Η ΔΕΗ διατηρεί μερίδιο 47,3% στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, παρά την ενίσχυση των ιδιωτών παρόχων και τη βαθιά αναδιάρθρωση του ενεργειακού μίγματος υπέρ των ΑΠΕ. Τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ για τον Νοέμβριο 2025 φωτίζουν μια αγορά με υψηλή συγκέντρωση, αυξημένη εξαγωγική δυναμική και προαναγγελία σκληρού ανταγωνισμού από το 2026.
Η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού παραμένει βαθιά συγκεντρωμένη γύρω από τη ΔΕΗ, η οποία σύμφωνα με το Μηνιαίο Δελτίο Ενέργειας του ΑΔΜΗΕ για τον Νοέμβριο 2025 εκπροσωπεί το 47,32% του φορτίου. Παρά τη σταδιακή απώλεια μεριδίου τα τελευταία χρόνια, ο ιστορικός πάροχος εξακολουθεί να λειτουργεί ως ο βασικός «άξονας» του συστήματος, σε μια περίοδο που η λιανική αγορά ωριμάζει και οι ιδιωτικοί όμιλοι ενισχύουν τη θέση τους.
Συγκέντρωση στην προμήθεια και άνοδος των μεγάλων ιδιωτών
Στη δεύτερη θέση εδραιώνεται η METLEN με 22,52%, αξιοποιώντας το καθετοποιημένο της μοντέλο και την παρουσία της σε μέση και χαμηλή τάση. Ακολουθεί το δίδυμο ΗΡΩΝ–NRG, που αθροιστικά πλησιάζει το 15%, προϊδεάζοντας για περαιτέρω συγκέντρωση γύρω από λίγους μεγάλους ιδιωτικούς παίκτες.
Η Enerwave (πρώην Elpedison) περιορίζεται στο 4,08%, ενώ οι εταιρείες Φυσικό Αέριο και ZeniΘ κινούνται στο 3,49% και 3,03% αντίστοιχα, με επίκεντρο κυρίως πελάτες χαμηλής τάσης. Όλοι οι υπόλοιποι προμηθευτές μοιράζονται μόλις 2,31% της αγοράς, ένδειξη ότι το περιθώριο επιβίωσης για μικρούς και μεσαίους παίκτες στενεύει δραματικά χωρίς ισχυρή κεφαλαιακή βάση, διαφοροποιημένα προϊόντα και δυνατότητα cross-selling (π.χ. ρεύμα με τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες).
Ζήτηση υπό πίεση, ΑΠΕ σε ρόλο πρωταγωνιστή
Η συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας τον Νοέμβριο διαμορφώθηκε στις 3.698 GWh, μειωμένη κατά 6,24% σε σχέση με τον Νοέμβριο 2024. Στο Σύστημα η κατανάλωση έφτασε τις 3.072 GWh (-6,95%), με πάνω από το 80% να προέρχεται από τη χαμηλή και τη μέση τάση, δηλαδή νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η μέγιστη ωριαία ζήτηση καταγράφηκε στις 27 Νοεμβρίου στα 6.577 MW, ενώ η ελάχιστη στις 9 Νοεμβρίου στα 3.703 MW, αποτυπώνοντας τη σταδιακή μετάβαση στη χειμερινή περίοδο.
Η καθαρή παραγωγή ανήλθε στις 4.241 GWh, σημειώνοντας πτώση 8,51% σε ετήσια βάση. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάλυψαν το 48,9% της παραγωγής, επιβεβαιώνοντας ότι οι ΑΠΕ αποτελούν πλέον τη ραχοκοκαλιά του μίγματος. Η θερμική παραγωγή (φυσικό αέριο και λιγνίτης) έφτασε στο 44,3%, με το φυσικό αέριο να παραμένει το βασικό καύσιμο βάσης (1.672 GWh) και τον λιγνίτη να υποχωρεί στις 206 GWh, σε συνέχεια της απολιγνιτοποίησης. Τα υδροηλεκτρικά κάλυψαν το 6,8%.
Στις ΑΠΕ του Συστήματος, τα αιολικά ξεπέρασαν το 75% της παραγωγής, αφήνοντας τα φωτοβολταϊκά στη δεύτερη θέση. Η εικόνα αυτή ενισχύει τη μεταβλητότητα του συστήματος και αυξάνει την ανάγκη για αποθήκευση, ευέλικτες θερμικές μονάδες και έξυπνη διαχείριση φορτίου.
Ελλάδα σε ρόλο εξαγωγικού κόμβου και οι προκλήσεις του 2026
Το ισοζύγιο διασυνδέσεων τον Νοέμβριο ήταν καθαρά εξαγωγικό: οι εξαγωγές έφτασαν τις 727 GWh (14,7% της ζήτησης), ενώ οι εισαγωγές περιορίστηκαν στις 250 GWh (21,5% της συνολικής εγχεόμενης ενέργειας). Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σε περιφερειακό κόμβο στην αγορά ηλεκτρισμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αξιοποιώντας τόσο τις ΑΠΕ όσο και τις θερμικές μονάδες φυσικού αερίου.
Η αγορά, πάντως, παραμένει έντονα συγκεντρωμένη: η ΔΕΗ διατηρεί σχεδόν τη μισή λιανική, ενώ λίγοι μεγάλοι ιδιώτες κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου. Με τις σχεδιαζόμενες συγχωνεύσεις, τις κινήσεις καθετοποίησης, τη διεύρυνση των «πακέτων» υπηρεσιών και την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, το 2026 προδιαγράφεται ως έτος σκληρών ανακατατάξεων – τόσο σε επίπεδο μεριδίων, όσο και σε επίπεδο τιμολογιακών στρατηγικών προς τον καταναλωτή.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η διατήρηση της ΔΕΗ κάτω από το 50% αλλά κοντά σε αυτό το όριο δείχνει ότι ο ανταγωνισμός δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πραγματική πολυφωνία, αλλά σε αναδιανομή ισχύος μεταξύ λίγων μεγάλων παικτών. Το στοίχημα για το 2026 δεν θα είναι μόνο ποιος θα κερδίσει μερίδια, αλλά ποιος θα μπορέσει να επενδύσει έγκαιρα σε ΑΠΕ, αποθήκευση και έξυπνες υπηρεσίες, μετατρέποντας το ρεύμα από απλό εμπόρευμα σε ολοκληρωμένο ενεργειακό προϊόν με σταθερότητα τιμής και διαφάνεια για τον καταναλωτή.







