Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποσύρουν το εναπομείναν στρατιωτικό τους προσωπικό από την Υεμένη, μετά από ανοιχτή σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία για τον έλεγχο του νότου της χώρας. Η απόφαση αναδιατάσσει τις ισορροπίες στον πόλεμο της Υεμένης και φωτίζει τη βαθύτερη γεωπολιτική αντιπαλότητα εντός του σουνιτικού μπλοκ.
Η ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ότι αποσύρει «οικειοθελώς» το εναπομείναν προσωπικό του από την Υεμένη, επισφραγίζει μια κρίση που σιγόβραζε εδώ και μήνες στις σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. Επισήμως, το Αμπού Ντάμπι επικαλείται «πρόσφατες εξελίξεις» και τις επιπτώσεις τους στην ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των αντιτρομοκρατικών αποστολών. Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για αποτέλεσμα μιας ανοιχτής πλέον σύγκρουσης συμφερόντων στο εσωτερικό του μέχρι πρότινος ενιαίου συνασπισμού κατά των Χούθι.
Η σύγκρουση Ριάντ – Αμπού Ντάμπι στον νότο της Υεμένης
Το Ριάντ κατηγόρησε δημοσίως τα Εμιράτα ότι καθοδηγούν και εξοπλίζουν το Μεταβατικό Συμβούλιο του Νότου (STC), την αυτονομιστική οντότητα που επιδιώκει την de facto απόσχιση του νότιου τμήματος της Υεμένης. Για τη Σαουδική Αραβία, η ενίσχυση του STC απειλεί άμεσα τη δική της ασφάλεια και την προοπτική μιας ενιαίας, φιλικής προς το Ριάντ κεντρικής κυβέρνησης στη Σαναά.
Η ένταση κορυφώθηκε με τα σαουδαραβικά αεροπορικά πλήγματα στο λιμάνι της Μουκάλα. Σύμφωνα με τον σαουδαραβικό συνασπισμό, στόχος ήταν αποστολή οπλισμού – πάνω από 80 οχήματα και κοντέινερ με όπλα και πυρομαχικά – που έφτασαν από το εμιρατιανό λιμάνι Φουτζέιρα με απενεργοποιημένα συστήματα αναγνώρισης και χωρίς άδεια. Το Αμπού Ντάμπι αντέτεινε ότι επρόκειτο για υλικό των δικών του δυνάμεων, υπογραμμίζοντας ως προτεραιότητες την «αποκατάσταση της νομιμότητας» και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, με σεβασμό της κυριαρχίας της Υεμένης.
Η ουσία είναι ότι Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ στηρίζουν πλέον ανταγωνιστικές πολιτικές δομές: το Ριάντ την αναγνωρισμένη κυβέρνηση, τα Εμιράτα το STC, το οποίο πρόσφατα κατέλαβε στρατηγικές επαρχίες, μεταξύ των οποίων και τη Χαντραμούτ, κοντά στα σαουδαραβικά σύνορα, με πρόσχημα την καταπολέμηση λαθρεμπορικών διαδρομών των Χούθι.
Γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις
Η Υεμένη βρίσκεται σε κομβικό σημείο των θαλάσσιων εμπορικών οδών, κοντά στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας και δίπλα σε κρίσιμες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές. Από το 2015, ο σαουδο-εμιρατινός συνασπισμός πολεμά τους υποστηριζόμενους από το Ιράν Χούθι, σε έναν πόλεμο που έχει προκαλέσει σχεδόν 400.000 θανάτους και έχει μετατρέψει τη χώρα σε ανθρωπιστικό εφιάλτη.
Η σταδιακή απομάκρυνση των ΗΑΕ από το μέτωπο – που τώρα αποκτά επίσημο χαρακτήρα – αφήνει τη Σαουδική Αραβία με μεγαλύτερο βάρος, τόσο στρατιωτικό όσο και πολιτικό. Παράλληλα, αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση του σουνιτικού μπλοκ έναντι των Χούθι και, εμμέσως, του Ιράν. Οι επιθέσεις των Χούθι κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα μετά το 2023 έχουν ήδη αυξήσει το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς φορτίων, με επιπτώσεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και στις τιμές ενέργειας.
Το Ριάντ, παρότι ζήτησε ρητά από τα Εμιράτα να σταματήσουν την υποστήριξη προς «ένοπλες ομάδες» και να αποσύρουν τις δυνάμεις τους, επιχειρεί να διασώσει το διμερές πλαίσιο, εκφράζοντας την ελπίδα ότι τα ΗΑΕ θα λάβουν «τα αναγκαία μέτρα» για τη διατήρηση των σχέσεων των δύο «αδελφικών χωρών». Ωστόσο, η ουσιαστική ρήξη στρατηγικών προτεραιοτήτων δύσκολα γεφυρώνεται.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η αποχώρηση των ΗΑΕ από την Υεμένη δεν είναι απλώς μια τακτική κίνηση, αλλά ένδειξη βαθύτερης αναδιάταξης στον σουνιτικό άξονα, με πιθανές επιπτώσεις στην ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας, στις ροές πετρελαίου και στο κόστος ναυτιλίας. Όσο το Ριάντ και το Αμπού Ντάμπι μετατρέπουν την Υεμένη σε πεδίο ανταγωνισμού επιρροής, η προοπτική βιώσιμης ειρήνης απομακρύνεται και η διεθνής οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε νέες γεωπολιτικές αναταράξεις.







