Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν κατηγορεί τον υπηρεσιακό διευθυντή του Γραφείου Προστασίας Χρηματοπιστωτικών Καταναλωτών (CFPB) ότι υπονομεύει την προσπάθεια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για φθηνότερες πιστωτικές κάρτες. Στο στόχαστρο μπαίνουν οι αλλαγές στη ρύθμιση προστίμων καθυστέρησης, η χαλάρωση εποπτείας και η de facto αποδυνάμωση της Αρχής.
Μια σκληρή θεσμική σύγκρουση ξεδιπλώνεται στην Ουάσινγκτον γύρω από το κόστος του πλαστικού χρήματος. Η γερουσιαστής των Δημοκρατικών Ελίζαμπεθ Γουόρεν, αρχιτέκτονας της δημιουργίας του Γραφείου Προστασίας Χρηματοπιστωτικών Καταναλωτών (CFPB), κατηγορεί με επιστολή της τον υπηρεσιακό διευθυντή Ράσελ Βοτ ότι με τις κινήσεις του υπονομεύει την εξαγγελθείσα από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθεια να καταστούν οι πιστωτικές κάρτες πιο προσιτές για τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Το πολιτικό πλαίσιο: Πλαφόν 10% και μάχη για τη ρύθμιση
Ο Τραμπ έχει ζητήσει από τις αμερικανικές τράπεζες να επιβάλουν εθελοντικά ανώτατο επιτόκιο 10% στις πιστωτικές κάρτες για ένα έτος. Καθώς οι τράπεζες αγνόησαν το κάλεσμα, ο Λευκός Οίκος ζήτησε από το Κογκρέσο να θεσπίσει σχετική νομοθεσία. Η Γουόρεν αναφέρει ότι μίλησε προσωπικά με τον πρόεδρο, διαβεβαιώνοντάς τον πως το Κογκρέσο μπορεί να περάσει πλαφόν στα επιτόκια εφόσον ο ίδιος το στηρίξει πολιτικά.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι, την ίδια στιγμή, η ηγεσία του CFPB κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Σύμφωνα με την επιστολή, μέσα στον τελευταίο χρόνο η Αρχή εγκατέλειψε κανόνα που περιόριζε τα πρόστιμα καθυστερημένων πληρωμών στις κάρτες, συντάχθηκε με τους εκδότες καρτών σε δικαστικές διαμάχες για παραπλανητικές πρακτικές και πάγωσε σημαντικές διαδικασίες επιβολής κυρώσεων.
Το CFPB στο στόχαστρο απορρύθμισης
Η διαμάχη ξεπερνά το τεχνικό ζήτημα των επιτοκίων και αγγίζει την ίδια την ύπαρξη του CFPB. Στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ επιδιώκουν εδώ και χρόνια την αποδυνάμωση ή ακόμη και το κλείσιμο της Αρχής, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ατζέντας απορρύθμισης υπέρ των επιχειρήσεων. Υφιστάμενοι και πρώην εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι ο Βοτ επιχειρεί μαζικές απολύσεις και διακοπή της χρηματοδότησης, αφήνοντας τον οργανισμό σε «τεχνητή υποστήριξη».
Εκπρόσωπος του CFPB απάντησε ότι, βάσει του νόμου Dodd–Frank, το Γραφείο δεν έχει αρμοδιότητα να επιβάλει άμεσα ανώτατο επιτόκιο στις πιστωτικές κάρτες. Η Γουόρεν αντιτείνει πως, ακόμη και αν δεν μπορεί να ρυθμίσει τα ονομαστικά επιτόκια, ο Βοτ οφείλει να αξιοποιήσει πλήρως τις υπόλοιπες αρμοδιότητες για να περιορίσει το πραγματικό κόστος για τους καταναλωτές.
Οι απαιτήσεις Γουόρεν και οι επιπτώσεις για τους καταναλωτές
Η γερουσιαστής καλεί τον Βοτ να επαναφέρει άμεσα τον κανόνα που έθετε ανώτατο όριο 8 δολάρια στα πρόστιμα καθυστέρησης, μέτρο που, όπως υποστηρίζει, θα εξοικονομούσε πάνω από 10 δισ. δολάρια ετησίως για τους Αμερικανούς. Ζητά επίσης αυστηρό έλεγχο σε «αναβαλλόμενους τόκους», εντατικοποίηση της εποπτείας για αυξήσεις επιτοκίων, ταχύτερη διαχείριση του όγκου καταγγελιών καταναλωτών και πάταξη των παραπλανητικών προγραμμάτων επιβράβευσης.
Η ίδια καταλήγει με αιχμηρή διατύπωση: «Ή ο πρόεδρος Τραμπ δεν είναι σοβαρός για τη μείωση του κόστους των πιστωτικών καρτών ή εσείς αγνοείτε επιδεικτικά τις εντολές του». Η αντιπαράθεση αποκαλύπτει μια βαθιά αντίφαση στο εσωτερικό της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας: ρητορική υπέρ της ελάφρυνσης των νοικοκυριών, αλλά πρακτικές που διευκολύνουν τις τράπεζες και τις εταιρείες καρτών.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση λειτουργεί ως «τεστ αλήθειας» για τον οικονομικό λαϊκισμό της Ουάσινγκτον: αν ο Λευκός Οίκος δεν στηρίξει ουσιαστική ρύθμιση και ισχυρή εποπτεία, το αφήγημα περί φθηνότερης πίστωσης θα μείνει κενό σύνθημα, ενώ το κόστος του χρέους θα συνεχίσει να συνθλίβει τα αμερικανικά νοικοκυριά – με έμμεσες επιπτώσεις και για τις διεθνείς αγορές καταναλωτικής πίστης.







