Υποχρεωτική παύση υπαίθριων χειρωνακτικών εργασιών, ισχυρή σύσταση για τηλεργασία και ευελιξία στην καταχώριση ωραρίων προβλέπει η νέα εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας για την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026. Στόχος είναι η προστασία των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε περιοχές που θα πληγούν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, σύμφωνα με την ΕΜΥ.
Ένα αυστηρό αλλά στοχευμένο πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα ενεργοποιεί το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026, μετά το επικαιροποιημένο Έκτακτο Δελτίο Επικίνδυνων Καιρικών Φαινομένων της ΕΜΥ. Η εγκύκλιος, που εκδόθηκε στις 20 Ιανουαρίου, έρχεται σε συνεννόηση με τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας και στην ασφάλεια της εργασίας.
Υποχρεωτική παύση υπαίθριων εργασιών και εξαιρέσεις
Κεντρικός άξονας των μέτρων είναι η υποχρεωτική παύση χειρωνακτικών εργασιών σε εξωτερικούς χώρους σε συγκεκριμένες περιφέρειες και χρονικά διαστήματα. Συγκεκριμένα, στην Περιφέρεια Πελοποννήσου από 06:00 έως 18:00 και στην Περιφέρεια Αττικής, καθώς και στις Περιφερειακές Ενότητες Βοιωτίας και Εύβοιας, από 10:00 έως 20:00, σταματούν όλες οι χειρωνακτικές υπαίθριες δραστηριότητες. Αυτό περιλαμβάνει τεχνικά και οικοδομικά έργα, εργοτάξια, ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες, αλλά και διανομή και μεταφορά προϊόντων με δίτροχα, πατίνια, τροχοπέδιλα κ.λπ., καλύπτοντας ουσιαστικά τον κλάδο του delivery.
Η ρύθμιση έχει οριζόντιο χαρακτήρα: αφορά όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως σχέσης εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων απασχολούνται μέσω ψηφιακών πλατφορμών του άρθρου 68 του ν. 4808/2021. Πρόκειται για κρίσιμη λεπτομέρεια, καθώς βάζει φρένο στην πρακτική μετακύλισης του ρίσκου στους «αυτοαπασχολούμενους» διανομείς.
Εξαίρεση προβλέπεται για δραστηριότητες που συνδέονται με κρίσιμες υποδομές υγείας, μεταφορών και κοινής ωφέλειας – όπως υγειονομικές μονάδες, ύδρευση, ηλεκτρισμός, αεροπορικές, θαλάσσιες, χερσαίες και σιδηροδρομικές μεταφορές. Ακόμη όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνέχιση της λειτουργίας τελεί υπό την αυστηρή προϋπόθεση λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων υγείας και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της παροχής κατάλληλων μέσων ατομικής προστασίας.
Για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων, η Επιθεώρηση Εργασίας μπορεί να επιβάλει πρόστιμο 2.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, ένα επίπεδο κύρωσης που στοχεύει να καταστήσει οικονομικά ασύμφορη την παραβίαση.
Τηλεργασία και ευελιξία στην οργάνωση του χρόνου εργασίας
Παράλληλα, το υπουργείο απευθύνει σαφή σύσταση προς όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις στις πληττόμενες περιοχές να εφαρμόσουν τηλεργασία όπου αυτό είναι οργανωτικά εφικτό. Η διατύπωση ως «σύστασης» και όχι ως υποχρέωσης δείχνει την προσπάθεια να αποφευχθεί ένα οριζόντιο διοικητικό μέτρο που θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσανάλογο βάρος σε κλάδους που δεν έχουν υποδομές εξ αποστάσεως εργασίας, αλλά ταυτόχρονα ασκεί πολιτική και κοινωνική πίεση για προσαρμογή.
Τρίτος πυλώνας των μέτρων είναι η ευελιξία στην καταχώριση του χρόνου εργασίας. Προκειμένου να διευκολυνθούν οι αλλαγές στην ώρα προσέλευσης και αποχώρησης λόγω των καιρικών συνθηκών, οι εργοδότες στις περιοχές που πλήττονται μπορούν, για την εφαρμογή της εγκυκλίου, να μην καταχωρούν εκ των προτέρων στο Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» τις αλλαγές στην οργάνωση του χρόνου εργασίας. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στη μείωση της γραφειοκρατίας σε πραγματικό χρόνο, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να προσαρμόζουν βάρδιες χωρίς τον φόβο τυπικών παραβάσεων.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εγκύκλιος συνιστά ένα ακόμη βήμα προς την «κλιματική προσαρμογή» της εργατικής νομοθεσίας, ενσωματώνοντας τα ακραία καιρικά φαινόμενα ως παράγοντα οργάνωσης της παραγωγής. Το στοίχημα είναι διπλό: αφενός η πραγματική επιβολή των μέτρων σε κλάδους με ιστορική υποτίμηση της ασφάλειας (εργοτάξια, διανομές), αφετέρου η αποφυγή κατάχρησης της ευελιξίας στην ΕΡΓΑΝΗ για να καλυφθούν άτυπες υπερωρίες. Η επόμενη φάση θα πρέπει να είναι η μόνιμη κωδικοποίηση τέτοιων πρωτοκόλλων, με σαφείς δείκτες ενεργοποίησης και αυστηρούς ελέγχους, ώστε η προστασία της υγείας να μην εξαρτάται κάθε φορά από την ταχύτητα αντίδρασης της διοίκησης.







