Η Bosch επιβεβαίωσε την περικοπή 20.000 θέσεων εργασίας, καθώς τα κέρδη της σχεδόν υποδιπλασιάστηκαν, σηματοδοτώντας νέα φάση κρίσης για τη γερμανική βιομηχανία. Η άνοδος της ανεργίας στο υψηλότερο επίπεδο 12ετίας εντείνει την πίεση προς την κυβέρνηση στο Βερολίνο.
Η απόφαση της γερμανικής βιομηχανικής κολοσσιαίας Bosch να καταργήσει 20.000 θέσεις εργασίας έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η άλλοτε ακατάβλητη «μηχανή» της γερμανικής βιομηχανίας βρίσκεται σε βαθιά δοκιμασία. Η εταιρεία, κορυφαίος προμηθευτής εξαρτημάτων αυτοκινήτου, είδε τα κέρδη της να μειώνονται σχεδόν στο μισό το 2025, με τον διευθύνοντα σύμβουλο Στέφαν Χαρτούνγκ να περιγράφει τη χρονιά ως «δύσκολη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επώδυνη».
Την ίδια ημέρα, τα επίσημα στοιχεία της γερμανικής υπηρεσίας απασχόλησης έδειξαν ότι το μη εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 6,6%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών, με τον αριθμό των ανέργων να ξεπερνά τα 3 εκατομμύρια τον Ιανουάριο. Η σύμπτωση των ανακοινώσεων αποτυπώνει τη διαρθρωτική πίεση που δέχεται ο πυρήνας του γερμανικού οικονομικού μοντέλου.
Η κατάρρευση του αυτοκινητοβιομηχανικού μοντέλου
Η κίνηση της Bosch εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο κύμα αναδιάρθρωσης στον γερμανικό κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο οποίος για δεκαετίες υπήρξε το «κόσμημα του στέμματος» της οικονομίας. Σύμφωνα με μελέτη της EY για το 2025, περισσότερες από 50.000 θέσεις εργασίας στον κλάδο των αυτοκινήτων χάθηκαν στη Γερμανία μόνο μέσα σε έναν χρόνο.
Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, οι υψηλές τιμές ενέργειας και ο οξύς ανταγωνισμός από Κίνα ασκούν ασφυκτικές πιέσεις σε κατασκευαστές και προμηθευτές. Τα ηλεκτρικά οχήματα απαιτούν λιγότερα εξαρτήματα, άρα και λιγότερο προσωπικό, ενώ η γερμανική βιομηχανία βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε αυστηρότερη ευρωπαϊκή ρύθμιση και στις επιθετικές τιμολογιακές στρατηγικές κινεζικών εταιρειών.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι παραδοσιακοί προμηθευτές όπως η Bosch βλέπουν το περιθώριο κέρδους να συρρικνώνεται και αναγκάζονται να περικόψουν προσωπικό, παγώνοντας παράλληλα επενδυτικές αποφάσεις. Ο κίνδυνος πλέον δεν αφορά μόνο τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία, αλλά μια μόνιμη απώλεια ανταγωνιστικότητας για τη γερμανική βιομηχανία συνολικά.
Πολιτική πίεση και ευρωπαϊκές προεκτάσεις
Καθώς οι απολύσεις πολλαπλασιάζονται και η αβεβαιότητα αυξάνεται, η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς δέχεται έντονη πίεση από εργαζόμενους, συνδικάτα και βιομηχανικούς ομίλους να επανασχεδιάσει τη βιομηχανική στρατηγική της χώρας. Το ερώτημα είναι αν η Γερμανία μπορεί να διατηρήσει τον ρόλο της ως «οικονομική ατμομηχανή» της Ευρώπης ή αν μπαίνει σε μια περίοδο παρατεταμένης αποδυνάμωσης.
Η συζήτηση ξεπερνά τα εθνικά σύνορα: η γερμανική βιομηχανία αποτελεί κεντρικό κρίκο στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, ειδικά στην αυτοκινητοβιομηχανία. Η αποδυνάμωσή της μεταφράζεται σε χαμηλότερη ανάπτυξη, ασθενέστερες επενδύσεις και αυξημένη κοινωνική ένταση σε ολόκληρη την ΕΕ. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που φιλοδοξούν να προσελκύσουν βιομηχανικές και logistics επενδύσεις, η κρίση αυτή δημιουργεί ταυτόχρονα κινδύνους αλλά και ευκαιρίες αναδιάταξης παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Το κεντρικό διακύβευμα για το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες είναι αν θα κινηθούν γρήγορα σε μια συντονισμένη πολιτική για ενέργεια, βιομηχανικά κίνητρα και τεχνολογική καινοτομία ή αν θα επιτρέψουν η αποβιομηχάνιση να παγιωθεί.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η περίπτωση Bosch είναι προειδοποιητικό καμπανάκι για το ευρωπαϊκό βιομηχανικό μοντέλο που στηρίχθηκε σε φθηνή ενέργεια, ντίζελ και εξαγωγές προς Κίνα. Αν η Γερμανία δεν επανεφεύρει γρήγορα την παραγωγική της βάση, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει στρατηγική αυτονομία σε έναν κλάδο-κλειδί, με άμεσες συνέπειες για ανάπτυξη, απασχόληση και διαπραγματευτική ισχύ απέναντι σε ΗΠΑ και Ασία.







