Η έκτακτη σύνοδος κορυφής στις Βρυξέλλες αναδεικνύει πέντε κομβικούς Ευρωπαίους ηγέτες που διαμορφώνουν τη στρατηγική της ΕΕ απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση για «πλαίσιο συμφωνίας» με το ΝΑΤΟ για τη Γροιλανδία. Πίσω από τις δηλώσεις, συγκρούονται διαφορετικές σχολές σκέψης: από την ευθεία σύγκρουση μέχρι την προσεκτική συνδιαλλαγή.
Η δήλωση του Αμερικανού προέδρου ότι έχει καταλήξει σε «πλαίσιο μελλοντικής συμφωνίας» για τη Γροιλανδία με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, χωρίς την επιβολή δασμών στην ΕΕ, άλλαξε δραματικά την ατζέντα της έκτακτης Συνόδου Κορυφής. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται πλέον όχι να εγκρίνουν αντίμετρα, αλλά να αποφασίσουν ποια μακροπρόθεσμη στρατηγική θα ακολουθήσουν απέναντι σε έναν απρόβλεπτο Λευκό Οίκο, που ταυτόχρονα πιέζει για συνομιλίες Ρωσίας–Ουκρανίας και συγκροτεί «Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα».
Ο άξονας σκληρής γραμμής: Μακρόν και Μερτς
Στο επίκεντρο της πιο επιθετικής προσέγγισης βρίσκεται ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος από το Νταβός χαρακτήρισε την πίεση για τη Γροιλανδία ως «ιμπεριαλισμό ή νέο αποικιοκρατισμό» και κατήγγειλε την «άχρηστη επιθετικότητα» του Τραμπ. Γαλλία, Βέλγιο και Ισπανία πιέζουν για χρήση του νέου αντι-εξαναγκαστικού εργαλείου της ΕΕ (Anti-Coercion Instrument – ACI), στέλνοντας μήνυμα ότι η Ένωση είναι έτοιμη να απαντήσει σε οικονομικό εκβιασμό.
Καθοριστική είναι η μετατόπιση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Αν και παραδοσιακά πιο προσεκτικός, με έμφαση στην αποφυγή κλιμάκωσης, πλέον συγκλίνει με το Παρίσι, αναγνωρίζοντας ότι η προστασία των ευρωπαϊκών –και γερμανικών– συμφερόντων ίσως απαιτήσει σκληρότερη στάση. Η σπάνια γαλλογερμανική σύμπλευση ενισχύει το βάρος της επιλογής για ενεργοποίηση του ACI, ακόμη κι αν οι δασμοί αποσύρθηκαν προσωρινά.
Οι «γέφυρες» προς τον Τραμπ: Μελόνι και οι επιφυλακτικοί
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι λειτουργεί ως κρίσιμος δείκτης. Διατηρεί προσωπικό δίαυλο με τον Τραμπ, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει στον πυρήνα των μεγάλων οικονομιών που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της ΕΕ. Η Ρώμη επιδιώκει «win-win» λύση, ωστόσο διπλωμάτες εκτιμούν ότι, αν οι επαφές της με τον Λευκό Οίκο δεν αποδώσουν, θα συνταχθεί τελικά με τη σκληρότερη ευρωπαϊκή γραμμή.
Στον πιο επιφυλακτικό πυρήνα εντάσσονται ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ντικ Σχοφ, παρά το ότι η χώρα του στοχοποιήθηκε από τις απειλές δασμών, καθώς και οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας. Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, με φιλοευρωπαϊκό υπόβαθρο αλλά αντιμέτωπος με φιλοτραμπικό πρόεδρο και ισχυρή εξάρτηση από την αμερικανική ασφάλεια έναντι της Ρωσίας, αποφεύγει κινήσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κλιμάκωση.
Οι σύμμαχοι του Τραμπ και τα όρια της συνοχής
Στην άλλη πλευρά βρίσκονται ηγέτες με σαφή πολιτική ή ιδεολογική εγγύτητα προς τον Τραμπ. Ο Τσέχος πρωθυπουργός Αντρέι Μπάμπις υιοθετεί ήπιο τόνο, αναγνωρίζοντας τις ανησυχίες των ΗΠΑ για Ρωσία και Κίνα, αλλά ζητώντας ειρηνική λύση που θα διασώσει το ΝΑΤΟ. Ο Σλοβάκος Ρόμπερτ Φίτσο, αν και συχνά αντισυστημικός και φιλορωσικός, τείνει να ευθυγραμμίζεται τελικά με τις ευρωπαϊκές αποφάσεις, παρότι διαφημίζει το «ειδικό» του κανάλι με τον Τραμπ και νέες πυρηνικές συνεργασίες.
Ο πιο συνεπής υποστηρικτής του Τραμπ στην ΕΕ παραμένει ο Ούγγρος Βίκτορ Όρμπαν. Παρά τη ρητορική του κατά των Βρυξελλών, η Βουδαπέστη εμφανίζεται ανήσυχη για την αμερικανική αστάθεια, αλλά δεν επιθυμεί να «ταράξει τα νερά» ενόψει κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης στο εσωτερικό. Η στάση του προμηνύει πιθανή υπονόμευση της ευρωπαϊκής ενότητας, χωρίς όμως ανοιχτή ρήξη.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η σύγκρουση γύρω από τη Γροιλανδία λειτουργεί ως stress test για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία: η ΕΕ κερδίζει τακτικά την αναδίπλωση του Τραμπ, αλλά παραμένει διχασμένη ανάμεσα σε όσους θέλουν να τον αντιμετωπίσουν ως γεωπολιτικό αντίπαλο και σε όσους εξακολουθούν να τον βλέπουν ως αναντικατάστατο εγγυητή ασφάλειας. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι ο επόμενος δασμός, αλλά αν η Ευρώπη θα αποκτήσει συνεκτικό, μακροπρόθεσμο δόγμα για τις σχέσεις με μια όλο και πιο απρόβλεπτη Ουάσιγκτον.







