Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει δασμούς σε χώρες που στηρίζουν τη Γροιλανδία ωθεί τις διατλαντικές σχέσεις στα όριά τους, με ευρωπαίους αξιωματούχους να ζητούν την ενεργοποίηση του σκληρότερου εμπορικού όπλου της ΕΕ. Ωστόσο, οι εθνικές πρωτεύουσες εμφανίζονται πολύ πιο επιφυλακτικές απέναντι σε μια μετωπική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αφορμή τις αμερικανικές αξιώσεις επί της Γροιλανδίας, ανοίγει μια νέα, επικίνδυνη φάση στις διατλαντικές σχέσεις. Οι νέοι δασμοί που ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος σε χώρες που θεωρούνται ότι στηρίζουν τη Γροιλανδία, έρχονται αμέσως μετά την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Mercosur, εντείνοντας το αίσθημα ότι η Ευρώπη στοχοποιείται πολιτικά.
Το «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ στο τραπέζι
Κεντρώοι και αριστεροί ευρωπαίοι πολιτικοί ζητούν πλέον ανοιχτά την ενεργοποίηση του Anti-Coercion Instrument, του νέου μηχανισμού αντι-εξαναγκασμού της ΕΕ, που έχει χαρακτηριστεί ως εμπορικό «μπαζούκα». Το εργαλείο αυτό σχεδιάστηκε αρχικά για να αποτρέπει πιέσεις από δυνάμεις όπως η Κίνα, επιτρέποντας στην Ένωση να επιβάλει στοχευμένους δασμούς και περιορισμούς επενδύσεων σε χώρες που χρησιμοποιούν το εμπόριο ως μέσο πολιτικού εκβιασμού.
Η επικεφαλής της ομάδας Renew Europe στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Βαλερί Αγιέρ, ζήτησε δημόσια να εξεταστεί ρητά η ενεργοποίηση του μηχανισμού, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται ακριβώς για το είδος «οικονομικού εκφοβισμού» που αυτός καλείται να αντιμετωπίσει. Ο Εμανουέλ Μακρόν, αν και δεν υιοθέτησε ευθέως το αίτημα, προανήγγειλε ότι η ευρωπαϊκή απάντηση θα είναι «ενιαία και συντονισμένη» εφόσον επιβεβαιωθούν οι δασμοί.
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κινείται ήδη προς το πάγωμα της επικύρωσης της νέας εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ, με τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Μάνφρεντ Βέμπερ να δηλώνει ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί η συμφωνία.
Διχασμένη Ευρώπη ανάμεσα σε αρχές και συμφέροντα
Η χρήση του Anti-Coercion Instrument απέναντι στις ΗΠΑ θα συνιστούσε ιστορική τομή: ένα εργαλείο που προοριζόταν για «αντίπαλα καθεστώτα» θα στρεφόταν στην πράξη κατά του βασικού συμμάχου και χρηματοδότη του ΝΑΤΟ. Το γεγονός ότι η επιλογή αυτή συζητείται πλέον ανοιχτά, σε συνδυασμό με την πρωτοφανή ανάπτυξη ευρωπαϊκών στρατευμάτων στη Γροιλανδία, δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει η Ευρώπη τις εδαφικές και πολιτικές αξιώσεις της Ουάσιγκτον για ένα έδαφος που ανήκει επί αιώνες στο Βασίλειο της Δανίας.
Ωστόσο, εξαγωγικές οικονομίες της ΕΕ φοβούνται μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ο επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς προειδοποίησε ότι μια δασμολογική αντιπαράθεση θα μπορούσε να πυροδοτήσει «επικίνδυνη καθοδική σπείρα» και προσπάθησε να υποβαθμίσει την ανάγκη για σκληρά αντίμετρα, υπογραμμίζοντας ότι η συμφωνία με τη Mercosur μπορεί να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών από τους αμερικανικούς δασμούς.
Οι πρεσβευτές των κρατών-μελών, που συνεδριάζουν εκτάκτως στις Βρυξέλλες, εμφανίζονται πολύ πιο φειδωλοί από το Κοινοβούλιο, καθώς καλούνται να σταθμίσουν όχι μόνο τις εμπορικές αλλά και τις στρατηγικές παραμέτρους: τη διατήρηση της ενότητας του ΝΑΤΟ, την ανάγκη σταδιακής ευρωπαϊκής αυτάρκειας στην άμυνα και την ασφάλεια, αλλά και την αποφυγή μιας ρήξης που θα ενίσχυε γεωπολιτικούς ανταγωνιστές όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Στο παρασκήνιο, η ηγεσία της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επιστρέφει από τη Λατινική Αμερική με την αποστολή να χαράξει μια γραμμή που θα συνδυάζει αξιοπιστία, αποτροπή και ψυχραιμία. Ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι παρατηρητές παραδέχονται ότι η συγκυρία είναι χωρίς προηγούμενο και εξαιρετικά επικίνδυνη για το μέλλον της διατλαντικής συμμαχίας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτουργεί ως stress test για την «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ: αν δεν μπορέσει να απαντήσει συντεταγμένα σε ευθεία οικονομική πίεση από τις ΗΠΑ, η έννοια μένει κενό γράμμα· αν, αντίθετα, επιλέξει μετωπική σύγκρουση, ρισκάρει βαθιά ρήξη με τον πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι οι ίδιοι οι δασμοί, αλλά αν η Ευρώπη θα περάσει από τον ρόλο του «αντικειμένου» στον ρόλο του αυτόνομου γεωπολιτικού παίκτη.







