Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινούνται προς την υιοθέτηση του μοντέλου των λεγόμενων «κέντρων επιστροφής» εκτός ευρωπαϊκού εδάφους για όσους απορρίπτονται οι αιτήσεις ασύλου τους. Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί μια σαφή δεξιά στροφή στη μεταναστευτική και προσφυγική πολιτική της ΕΕ, λίγο πριν τεθεί σε ισχύ το νέο Σύμφωνο για Μετανάστευση και Άσυλο τον Ιούνιο.
Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να συγκλίνουν σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες πτυχές της νέας μεταναστευτικής πολιτικής: τη δημιουργία «κέντρων επιστροφής» εκτός των συνόρων της ΕΕ. Σε αυτά τα κέντρα θα οδηγούνται όσοι αιτούντες άσυλο έχουν λάβει απορριπτική απόφαση, με στόχο την ταχύτερη επιστροφή τους στις χώρες προέλευσης ή διέλευσης.
Η συζήτηση επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της εκπομπής «Talking Europe» του France 24, με τη συμμετοχή του Ισπανού ευρωβουλευτή των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών Χουάν Φερνάντο Λόπες Αγκιλάρ και του Δανού ευρωβουλευτή των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών Κρίστοφερ Στορμ. Η αντιπαράθεση ανέδειξε τόσο την πολιτική μετατόπιση του ευρωπαϊκού κέντρου βάρους όσο και τα σοβαρά νομικά και ηθικά ερωτήματα που εγείρονται.
Το νέο Σύμφωνο και η εξωτερίκευση του ασύλου
Το Σύμφωνο για Μετανάστευση και Άσυλο, που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ τον Ιούνιο, επιχειρεί να εξισορροπήσει την ευθύνη μεταξύ των κρατών πρώτης γραμμής και των βόρειων χωρών. Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική τάση είναι η «εξωτερίκευση» της διαχείρισης: η μεταφορά διαδικασιών ελέγχου, υποδοχής και επιστροφών εκτός ΕΕ, σε τρίτες χώρες που θα λειτουργούν ως «ασφαλή» σημεία συγκέντρωσης μεταναστών.
Τα «κέντρα επιστροφής» εντάσσονται σε αυτή τη λογική. Η ιδέα είναι ότι όσοι απορρίπτονται δεν θα παραμένουν σε έδαφος της ΕΕ, αλλά θα μεταφέρονται σε ειδικές δομές σε γειτονικές ή συνεργαζόμενες χώρες, μειώνοντας την πολιτική πίεση στο εσωτερικό των κρατών-μελών. Στην πράξη, όμως, αυτό προϋποθέτει συμφωνίες επανεισδοχής, σημαντική χρηματοδότηση και κυρίως εγγυήσεις ότι δεν θα παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα.
Δεξιά στροφή και πολιτικοί κίνδυνοι
Η υιοθέτηση τόσο σκληρών εργαλείων αντανακλά την άνοδο δεξιών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη, που πιέζουν για αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων και περιορισμό των αφίξεων. Κεντροδεξιές κυβερνήσεις, αλλά και τμήμα της κεντροαριστεράς, υιοθετούν πλέον ρητορική και πρακτικές που πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν ακραίες, φοβούμενες εκλογικό κόστος αν εμφανιστούν «επιεικείς» στο μεταναστευτικό.
Κριτικοί προειδοποιούν ότι τα «κέντρα επιστροφής» κινδυνεύουν να γίνουν «γκρίζες ζώνες» δικαίου, όπου η πρόσβαση σε νομική συνδρομή, η διαφάνεια και ο έλεγχος από ανεξάρτητους φορείς θα είναι περιορισμένα. Επιπλέον, η ανάθεση σε τρίτες χώρες του «βρώμικου έργου» της κράτησης και διαχείρισης απορριφθέντων αιτούντων άσυλο μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά σε ήδη ευάλωτες περιοχές, ιδίως αν δεν συνοδευτεί από μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή στήριξη.
Την ίδια στιγμή, χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, βλέπουν στην εξωτερίκευση μια ευκαιρία μείωσης της πίεσης στα νησιά και τα σύνορά τους, αλλά και έναν ακόμη μηχανισμό με τον οποίο οι ισχυρότερες χώρες της ΕΕ μεταθέτουν το πρόβλημα αντί να το μοιράζονται ουσιαστικά.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η συζήτηση για τα «κέντρα επιστροφής» αποκαλύπτει μια Ευρώπη που, υπό την πίεση εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών, επιλέγει την ασφάλεια έναντι των δικαιωμάτων. Αν το νέο Σύμφωνο υλοποιηθεί χωρίς αυστηρούς μηχανισμούς λογοδοσίας και πραγματική κατανομή ευθύνης, ο κίνδυνος είναι διπλός: να υπονομευθεί το διεθνές σύστημα προστασίας προσφύγων και ταυτόχρονα να ενισχυθούν περαιτέρω οι δυνάμεις που επενδύουν στον φόβο και την ξενοφοβία.







