Ο Νάιτζελ Φάρατζ, επικεφαλής του Reform UK, υπόσχεται να κόψει τους τόκους που καταβάλλει η Τράπεζα της Αγγλίας στις εμπορικές τράπεζες για τα αποθεματικά τους, παρουσιάζοντάς το ως τέλος στο «δωρεάν χρήμα». Η πρόταση, που κατά το κόμμα θα μπορούσε να αποφέρει έως και 40 δισ. λίρες ετησίως στο Δημόσιο, ανοίγει μέτωπο με τον χρηματοπιστωτικό τομέα και θέτει ερωτήματα για την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας.
Ο Νάιτζελ Φάρατζ κλιμακώνει τη ρητορική του απέναντι στις βρετανικές τράπεζες, δηλώνοντας από το Νταβός ότι προτίθεται να τερματίσει την καταβολή τόκων από την Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) στα αποθεματικά που διακρατούν οι εμπορικές τράπεζες. Η πρόταση περιλαμβάνεται στο μανιφέστο του Reform UK για το 2024 και παρουσιάζεται ως μέτρο ελάφρυνσης των δημόσιων οικονομικών, με εκτιμώμενο όφελος έως και 40 δισ. λίρες για τους φορολογούμενους.
Στόχος το «δωρεάν χρήμα» των τραπεζών
Στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η BoE δημιούργησε τεράστια αποθέματα ρευστότητας, τα οποία οι τράπεζες τοποθέτησαν ξανά στην κεντρική τράπεζα ως αποθεματικά. Για αυτά τα υπόλοιπα λαμβάνουν σήμερα τόκο, συνδεδεμένο με το βασικό επιτόκιο, εξασφαλίζοντας ουσιαστικά μια σχεδόν χωρίς ρίσκο απόδοση.
Ο Φάρατζ χαρακτηρίζει αυτή την πρακτική «δωρεάν χρήμα» για τις τράπεζες και υποστηρίζει ότι η επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά είναι πλέον «υπερβολική». Όπως είπε, «αυτό δεν είναι φόρος, απλώς δεν θα παίρνουν πια δωρεάν χρήμα. Θα προσαρμοστούν· οι επιχειρήσεις πάντα προσαρμόζονται». Παράλληλα, δεν κρύβει την προσωπική του αντιπαλότητα με τον κλάδο, υπενθυμίζοντας ότι έχει υπάρξει θύμα «αποτραπεζοποίησης» από ιδρύματα που έκλεισαν τους λογαριασμούς του.
Πίεση στην ανεξαρτησία της Τράπεζας της Αγγλίας
Η πρόταση αγγίζει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο: τον τρόπο με τον οποίο η BoE ασκεί τη νομισματική πολιτική και διαχειρίζεται τον ισολογισμό της. Η πληρωμή τόκων στα αποθεματικά είναι δομικό στοιχείο του σύγχρονου πλαισίου μετά την ποσοτική χαλάρωση. Η μονομερής πολιτική παρέμβαση για την κατάργησή τους θα μπορούσε να θεωρηθεί έμμεση υπονόμευση της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, ακόμη κι αν δεν βαφτίζεται τυπικά «φόρος».
Ο Φάρατζ επιμένει ότι «δεν αμφισβητεί» την ανεξαρτησία της BoE, αφήνει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο να ορίσει δικό του διοικητή, εφόσον το κόμμα του βρεθεί στην εξουσία. Ασκεί κριτική στον σημερινό διοικητή Άντριου Μπέιλι, λέγοντας ότι θα έπρεπε να έχει επιλεγεί κάποιος που στήριξε το Brexit, με διαφορετική προσέγγιση στις αγορές και τη ρύθμιση.
Αμφισβήτηση θεσμών και ρίσκα για τις αγορές
Στο ίδιο πνεύμα, ο Φάρατζ δηλώνει ότι εξετάζει «σοβαρά» ακόμη και την κατάργηση του ανεξάρτητου Γραφείου Δημοσιονομικής Ευθύνης (Office for Budget Responsibility), το οποίο αξιολογεί τις δημοσιονομικές προβλέψεις της κυβέρνησης. Η στοχοποίηση δύο βασικών θεσμών –της BoE και του OBR– συνιστά σαφές μήνυμα ρήξης με το καθιερωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου.
Για τις αγορές, μια τέτοια ατζέντα ισοδυναμεί με αυξημένο πολιτικό και θεσμικό ρίσκο: αβεβαιότητα για το καθεστώς των κεντρικών τραπεζών, πιθανή ανατίμηση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου και νευρικότητα στον τραπεζικό κλάδο, που θα δει ένα ασφαλές έσοδο να απειλείται. Ο Φάρατζ, ωστόσο, ποντάρει στο αντισυστημικό αίσθημα της μεσαίας τάξης, παρουσιάζοντας τις τράπεζες ως προνομιούχους ωφελημένους της κρίσης σε βάρος των φορολογουμένων.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η πρόταση Φάρατζ είναι πολιτικά ελκυστική ως επίθεση στα «προνόμια» των τραπεζών, αλλά τεχνικά αγγίζει τον πυρήνα της νομισματικής αρχιτεκτονικής του Ηνωμένου Βασιλείου. Αντί για απλή «διακοπή δωρεάν χρήματος», συνιστά de facto μεταφορά κόστους στον τραπεζικό ισολογισμό, με πιθανές παρενέργειες στη χορήγηση πιστώσεων, στη σταθερότητα των αγορών και, τελικά, στο ίδιο το Δημόσιο. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η συζήτηση λειτουργεί ως προειδοποίηση: ο πειρασμός πολιτικής παρέμβασης σε κεντρικές τράπεζες και ανεξάρτητους θεσμούς επανέρχεται δυναμικά σε περιόδους δημοσιονομικής πίεσης.
#ΗνωμένοΒασίλειο #Farage #ΤράπεζαΤηςΑγγλίας #Τράπεζες #ΠοσοτικήΧαλάρωση







