Το δολάριο κινείται κοντά σε χαμηλό τετραετίας, καθώς οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι το αμερικανικό νόμισμα «τα πάει εξαιρετικά» ερμηνεύονται από τις αγορές ως ανοχή – αν όχι επιθυμία – για περαιτέρω υποτίμηση. Το ευρώ πέρασε για πρώτη φορά από το 2021 πάνω από τα 1,20 δολάρια, ενισχύοντας τα στοιχήματα για μια φάση μακράς αδυναμίας του δολαρίου.
Το αμερικανικό νόμισμα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των διεθνών αγορών, καθώς η ρητορική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έρχεται να «κουμπώσει» με μια ήδη έντονη τάση αποδυνάμωσης. Μετά τη βουτιά άνω του 9% το 2025 και περαιτέρω απώλειες περίπου 2,3% μόνο τον Ιανουάριο, ο δείκτης δολαρίου παραμένει κοντά σε χαμηλό τετραετίας, παρά τη σημερινή τεχνική ανάκαμψη.
Την ίδια ώρα, το ευρώ ξεπέρασε τα 1,20 δολάρια για πρώτη φορά από το 2021, πριν υποχωρήσει ελαφρά γύρω από τα 1,1994 δολάρια, σηματοδοτώντας σημαντική ανατίμηση έναντι του αμερικανικού νομίσματος.
Ρητορική Λευκού Οίκου και «στροφή» στη συναλλαγματική ισορροπία
Ερωτηθείς για την πορεία του δολαρίου, ο Τραμπ απάντησε ότι η αξία του είναι «εξαιρετική» και ότι «το δολάριο τα πάει περίφημα». Η φαινομενικά καθησυχαστική αυτή τοποθέτηση διαβάζεται από τους επαγγελματίες της αγοράς ως μήνυμα ότι ο Λευκός Οίκος δεν προτίθεται να υπερασπιστεί ενεργητικά την ισοτιμία.
Ο Stephen Jen, ιδρυτής της Eurizon SLJ Capital και πρώην επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος στη Morgan Stanley, εκτιμά ότι η στάση της κυβέρνησης Τραμπ σηματοδοτεί «την αρχή του επόμενου σταδίου πτώσης του δολαρίου», με σαφή στόχευση σε πιο αδύναμο νόμισμα που θα στηρίξει τους Αμερικανούς εξαγωγείς. Προειδοποιεί μάλιστα ότι «πολλοί μπορεί να μην είναι προετοιμασμένοι» για μια τέτοια παρατεταμένη φάση υποτίμησης.
Ανάλογη είναι η ανάγνωση και από τον Kyle Rodda της Capital.com, ο οποίος κάνει λόγο για «κρίση εμπιστοσύνης στο δολάριο», συνδέοντας την αδυναμία του με την ασταθή εμπορική, εξωτερική και οικονομική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης.
Fed, επιτόκια και κίνδυνος συντονισμένων παρεμβάσεων
Η αποδυνάμωση του δολαρίου δεν είναι μόνο επικοινωνιακό προϊόν του Λευκού Οίκου. Τροφοδοτείται από ένα μείγμα θεμελιωδών παραγόντων: τις προσδοκίες για συνέχιση των μειώσεων επιτοκίων από τη Fed, την αβεβαιότητα γύρω από δασμούς και εμπορικές σχέσεις, τις επανειλημμένες πολιτικές πιέσεις στην ανεξαρτησία της Fed και τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ, που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στην μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας.
Οι αγορές στρέφουν σήμερα το βλέμμα τους στη συνεδρίαση της Fed, με την επικρατούσα εκτίμηση να είναι διατήρηση των επιτοκίων, αλλά με ρητορική που θα επιβεβαιώνει την «χαλαρή» στάση για το μέλλον. Παράλληλα, οι traders προεξοφλούν αυξημένη πιθανότητα συντονισμένης παρέμβασης από τις αρχές των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας για τη στήριξη του γιεν, εξέλιξη που θα μπορούσε να επιτείνει τη μεταβλητότητα στις αγορές συναλλάγματος.
Η ενίσχυση του ευρώ πάνω από τα 1,20 δολάρια, αν συνεχιστεί, θα επαναφέρει στο προσκήνιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς μια υπερβολικά ισχυρή ισοτιμία απειλεί την ήδη εύθραυστη δυναμική του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η σκόπιμη ανοχή της Ουάσιγκτον σε ένα ασθενέστερο δολάριο λειτουργεί βραχυπρόθεσμα ως εργαλείο εμπορικής πολιτικής, μακροπρόθεσμα όμως υπονομεύει το καθεστώς του ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Για την Ευρωζώνη, η ανατίμηση του ευρώ είναι δίκοπο μαχαίρι: μειώνει τις εισαγόμενες πληθωριστικές πιέσεις αλλά απειλεί την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα λεπτό παιχνίδι ισορροπιών μεταξύ Fed και ΕΚΤ.







