Οι ΗΠΑ αποχωρούν επισήμως από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στερώντας του τον μεγαλύτερο χρηματοδότη του και ανοίγοντας επικίνδυνα κενά στην παγκόσμια αρχιτεκτονική υγειονομικής ασφάλειας. Η απόφαση της Ουάσινγκτον δημιουργεί θεσμικό, οικονομικό και γεωπολιτικό σοκ, την ώρα που ειδικοί προειδοποιούν για νέες, πιο επικίνδυνες μεταλλάξεις ιών.
Η σημερινή επίσημη αποχώρηση των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) συνιστά τη σοβαρότερη ανατροπή στο σύστημα διεθνούς υγειονομικής διακυβέρνησης από τη δημιουργία του. Η Ουάσινγκτον αποχωρεί αγνοώντας προειδοποιήσεις επιστημόνων και συμμάχων ότι η κίνηση θα πλήξει όχι μόνο την αμερικανική δημόσια υγεία, αλλά και την παγκόσμια ικανότητα έγκαιρου εντοπισμού και διαχείρισης υγειονομικών απειλών.
Πολιτική επιλογή με νομικές σκιές και οικονομικό βάρος
Η απόφαση ελήφθη με εκτελεστικό διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, τον Ιανουάριο 2025. Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει προειδοποίηση ενός έτους προς τον ΠΟΥ και εξόφληση όλων των οφειλομένων συνεισφορών. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον αποχωρεί χωρίς να έχει καταβάλει τα τέλη για το 2024 και το 2025, συνολικά περί τα 260 εκατ. δολάρια, δημιουργώντας ευθεία σύγκρουση με το ίδιο το νομικό της πλαίσιο.
Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατηγόρησε τον ΠΟΥ ότι με την «αποτυχία να περιορίσει, να διαχειριστεί και να μοιραστεί πληροφορίες» κόστισε στις ΗΠΑ τρισεκατομμύρια δολάρια, δικαιολογώντας το «πάγωμα» κάθε κρατικής χρηματοδότησης. Όπως είπε, «ο αμερικανικός λαός έχει ήδη πληρώσει υπερβολικά» και το οικονομικό πλήγμα από τη διαχείριση κρίσεων υπερβαίνει κάθε υποχρέωση προς τον οργανισμό.
Χρηματοδοτικός σεισμός στον ΠΟΥ και κενό ισχύος
Η Ουάσινγκτον υπήρξε παραδοσιακά ο μεγαλύτερος δωρητής του ΠΟΥ, καλύπτοντας περίπου το 18% της συνολικής του χρηματοδότησης. Η αποχώρηση έχει ήδη προκαλέσει βαθιά οικονομική κρίση: ο οργανισμός αναγκάστηκε να μειώσει στο μισό την ομάδα διαχείρισής του, να περιορίσει προγράμματα και να σχεδιάζει απολύσεις περίπου του 25% του προσωπικού έως τα μέσα του έτους.
Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, απηύθυνε επανειλημμένες εκκλήσεις στις ΗΠΑ να αναθεωρήσουν, προειδοποιώντας ότι η αποχώρηση είναι «απώλεια για τις ΗΠΑ και για τον υπόλοιπο κόσμο». Τα κράτη-μέλη θα συζητήσουν τον Φεβρουάριο πώς θα διαχειριστούν την αμερικανική έξοδο, όμως το χρηματοδοτικό και πολιτικό κενό είναι δύσκολο να καλυφθεί βραχυπρόθεσμα.
Κίνδυνοι για την παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια
Παρά την πολιτική σύγκρουση, ο ΠΟΥ συνέχισε τον τελευταίο χρόνο να μοιράζεται κρίσιμες πληροφορίες με τις αμερικανικές αρχές. Πλέον, δεν είναι σαφές ποια μορφή συνεργασίας μπορεί να διατηρηθεί. Ειδικοί της δημόσιας υγείας προειδοποιούν ότι η διάρρηξη αυτών των διαύλων αυξάνει τον κίνδυνο καθυστερημένου εντοπισμού νέων επιδημιών ή μεταλλάξεων ιών.
Η Κέλι Χένινγκ, επικεφαλής του προγράμματος δημόσιας υγείας του Bloomberg Philanthropies, τονίζει ότι η απόσυρση των ΗΠΑ μπορεί να «αποδυναμώσει συστήματα και συνεργασίες στα οποία βασίζεται ο κόσμος για να εντοπίζει, να προλαμβάνει και να αντιμετωπίζει υγειονομικές απειλές». Την ίδια ώρα, ο Μπιλ Γκέιτς, ένας από τους μεγαλύτερους ιδιώτες χρηματοδότες του ΠΟΥ, εκτιμά ότι δεν είναι ρεαλιστική μια άμεση επιστροφή των ΗΠΑ, αν και δηλώνει έτοιμος να προωθήσει αυτή την προοπτική όταν υπάρξει πολιτικό παράθυρο.
Η αποχώρηση δεν είναι απλώς τεχνικό ή λογιστικό ζήτημα. Συνιστά στρατηγική μετατόπιση των ΗΠΑ από την πολυμερή διαχείριση κρίσεων σε μια πιο μονομερή προσέγγιση, με άγνωστες συνέπειες για το πώς ο κόσμος θα αντιμετωπίσει την επόμενη μεγάλη πανδημική ή υγειονομική απειλή.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κίνηση της Ουάσινγκτον λειτουργεί ως καταλύτης για αναδιάταξη ισορροπιών στον χώρο της παγκόσμιας υγείας: αποδυναμώνει τον ΠΟΥ, ανοίγει πεδίο επιρροής σε άλλες δυνάμεις (ΕΕ, Κίνα, ιδιωτικά ιδρύματα) και ταυτόχρονα αποδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι η συλλογική αρχιτεκτονική ασφάλειας όταν εξαρτάται δυσανάλογα από τη βούληση ενός μόνο κράτους.







