Με ελεγχόμενες κινήσεις και μικτά πρόσημα ξεκίνησε το 2026 για τη Wall Street, με τον Dow Jones και τον S&P 500 σε θετικό έδαφος και τον Nasdaq οριακά αρνητικό. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι βιομηχανικές μετοχές, η τεχνολογία και οι επιπτώσεις από την αναβολή δασμών στα έπιπλα από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η πρώτη συνεδρίαση του 2026 στη Wall Street επιβεβαίωσε ότι οι αγορές μπαίνουν στη νέα χρονιά χωρίς ξεκάθαρη τάση, αλλά με έντονες κλαδικές διαφοροποιήσεις. Ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,66% ή 319 μονάδες στις 48.382 μονάδες, ο S&P 500 κατέγραψε μικρότερη άνοδο 0,19% στις 6.858 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικά βαρύτερος Nasdaq υποχώρησε οριακά κατά 0,03% στις 23.235 μονάδες.
Βιομηχανία σε άνοδο, τεχνολογία σε διόρθωση
Στον βιομηχανικό δείκτη, την εικόνα οδήγησαν οι μετοχές των Caterpillar και Boeing με κέρδη 4,6% και 4,5% αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας ότι ο κύκλος των υποδομών και της αεροναυπηγικής παραμένει ελκυστικός για τους επενδυτές. Στον αντίποδα, οι τίτλοι των Salesforce (-3,8%) και Microsoft (-2,3%) κατέγραψαν τις μεγαλύτερες πιέσεις, σηματοδοτώντας κόπωση σε τμήμα της μεγάλης τεχνολογίας μετά από πολυετές ράλι.
Η Nvidia, που ενισχύθηκε κατά 1,2% στη συνεδρίαση, παραμένει σύμβολο της υπεραπόδοσης του κλάδου ημιαγωγών: η κεφαλαιοποίησή της ξεπέρασε το 2025 τα 5 τρισ. δολάρια, με ετήσια άνοδο σχεδόν 39%. Η δυναμική αυτή δείχνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη και οι υποδομές υψηλών επιδόσεων εξακολουθούν να αποτελούν βασικό θεματικό στοίχημα για τα διεθνή χαρτοφυλάκια.
Παρέμβαση Τραμπ στη δασμολογική πολιτική και κλυδωνισμοί στην Tesla
Ιδιαίτερη κινητικότητα καταγράφηκε και στον κλάδο λιανικής επίπλων. Οι μετοχές της διαδικτυακής πλατφόρμας ειδών σπιτιού Wayfair και της αλυσίδας πολυτελών επίπλων RH ενισχύθηκαν άνω του 6% και 9% αντίστοιχα, μετά την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, να αναβάλει για έναν χρόνο τις προγραμματισμένες αυξήσεις δασμών σε έπιπλα, ντουλάπια κουζίνας και έπιπλα μπάνιου.
Το σχετικό διάταγμα «παγώνει» την επιβολή δασμού 30% στα έπιπλα και 50% στα ντουλάπια κουζίνας και τα έπιπλα μπάνιου, διατηρώντας προς το παρόν σε ισχύ τον ήδη υφιστάμενο δασμό 25% από τον Σεπτέμβριο. Η κίνηση λειτουργεί ως ανάσα για τον κλάδο οικιακού εξοπλισμού, περιορίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε συγκεκριμένα καταναλωτικά αγαθά και στέλνοντας μήνυμα πιο επιλεκτικής χρήσης των εμπορικών όπλων.
Στον αντίποδα, η Tesla βρέθηκε υπό πίεση, με τη μετοχή της να υποχωρεί 2,3%. Η εταιρεία ανακοίνωσε πτώση στις παραδόσεις οχημάτων για το τέταρτο τρίμηνο μεγαλύτερη των εκτιμήσεων, ενώ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά κατέγραψε μείωση στις ετήσιες πωλήσεις. Το γεγονός ενισχύει τις ανησυχίες για κορεσμό σε τμήματα της αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων και αυξανόμενο ανταγωνισμό, ιδίως από ασιατικούς παίκτες.
Ομόλογα, εμπορεύματα και ισχυρότερο δολάριο
Στην αγορά κρατικού χρέους, η εικόνα ήταν επίσης μικτή. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά μία μονάδα βάσης στο 4,18%, ενώ το 2ετές υποχώρησε κατά μία μονάδα βάσης στο 3,48%. Η ήπια κίνηση αντανακλά στάση αναμονής των επενδυτών ενόψει των επόμενων μηνυμάτων για τη νομισματική πολιτική και την πορεία του πληθωρισμού το 2026.
Στα εμπορεύματα, το πετρέλαιο Brent υποχώρησε 0,2% στα 60,72 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό WTI κατά 0,3% στα 57,25 δολάρια, υποδεικνύοντας προσδοκίες για επαρκή προσφορά και πιο ήπιες ανησυχίες για γεωπολιτικές διαταράξεις. Ο χρυσός κινήθηκε επίσης χαμηλότερα, κατά 0,2%, στα 4.330 δολάρια η ουγγιά, εξέλιξη που συνδέεται με την ενίσχυση του δολαρίου.
Στην αγορά συναλλάγματος, το δολάριο κέρδισε 0,2% έναντι του ευρώ, με την ισοτιμία να διαμορφώνεται στο 1,1716 δολάριο, επιβεβαιώνοντας ότι οι αμερικανικές αποδόσεις εξακολουθούν να προσφέρουν σχετικό πλεονέκτημα σε σχέση με την Ευρωζώνη.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εκκίνηση του 2026 στη Wall Street δείχνει περισσότερο φάση αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων παρά καθαρή τάση: οι επενδυτές μετακινούνται επιλεκτικά από υπερτιμημένα τεχνολογικά blue chips προς βιομηχανία και θεματικά plays όπως η AI, ενώ η παρέμβαση Τραμπ στους δασμούς υπενθυμίζει ότι η εμπορική πολιτική παραμένει εργαλείο βραχυπρόθεσμης στήριξης κλάδων – αλλά και πηγή αστάθειας που οι ευρωπαϊκές αγορές οφείλουν να παρακολουθούν στενά.







