Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι η Τεχεράνη «θέλει να συνάψει συμφωνία» με τις ΗΠΑ, την ώρα που η Ουάσινγκτον επιβάλλει νέες κυρώσεις και στέλνει μεγάλη ναυτική δύναμη προς το Ιράν. Η Άγκυρα επιχειρεί να αναδειχθεί σε μεσολαβητή, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν εισέρχεται σε νέα, ιδιαίτερα εύφλεκτη φάση, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη επιδιώκει συμφωνία, ενώ ταυτόχρονα κλιμακώνει τη στρατιωτική και οικονομική πίεση. Το μείγμα απειλών, κυρώσεων και υπαινιγμών για διάλογο δημιουργεί ένα ρευστό σκηνικό, όπου η διπλωματία και ο κίνδυνος πολεμικής σύγκρουσης συνυπάρχουν.
Σκληρές δηλώσεις, «ανοιχτή πόρτα» σε διαπραγματεύσεις
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ δήλωσε: «Μπορώ να σας πω ότι θέλουν να συνάψουν μια συμφωνία», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ιρανική ηγεσία αναζητά διέξοδο. Παραδέχθηκε επίσης ότι έχει θέσει προθεσμία στην Τεχεράνη, χωρίς όμως να αποκαλύψει λεπτομέρειες, εντείνοντας την αβεβαιότητα ως προς το χρονοδιάγραμμα και τη φύση των αμερικανικών απαιτήσεων.
Στον αντίποδα, ο Ιρανός αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε από την Κωνσταντινούπολη ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι έτοιμη για «δίκαιες και ισότιμες» διαπραγματεύσεις, επαναλαμβάνοντας ότι η Τεχεράνη «ουδέποτε επιδίωξε να αποκτήσει πυρηνικό όπλο». Έθεσε όμως σαφή κόκκινη γραμμή: οι αμυντικές δυνατότητες και το βαλλιστικό πρόγραμμα «δεν θα αποτελέσουν ποτέ αντικείμενο διαπραγμάτευσης».
Παρά τις δηλώσεις περί ετοιμότητας για διάλογο, ο Αραγτσί διευκρίνισε ότι δεν έχει προγραμματιστεί καμία συνάντηση με Αμερικανούς αξιωματούχους, υποδηλώνοντας ότι η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει μεγάλη.
Κυρώσεις, ναυτική «αρμάδα» και ο ρόλος της Τουρκίας
Σε παράλληλη κίνηση, η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε νέες κυρώσεις σε βάρος Ιρανών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Εσωτερικών, τον οποίο κατηγορεί ότι επιβλέπει «φονικές δυνάμεις καταστολής» υπεύθυνες για τον θάνατο χιλιάδων ειρηνικών διαδηλωτών. Οι κυρώσεις εντάσσονται στην αμερικανική στρατηγική «μέγιστης πίεσης» που ακολουθείται μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ, το 2018, από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και την επαναφορά των οικονομικών περιορισμών.
Ταυτόχρονα, ο Τραμπ αποκάλυψε ότι «μια μεγάλη αρμάδα κατευθύνεται προς το Ιράν», ακόμη μεγαλύτερη –όπως είπε– από εκείνη που είχε αναπτυχθεί στα ανοιχτά της Βενεζουέλας. Η ρητορική του ότι ο «χρόνος τελειώνει» πριν από ένα πιθανό πλήγμα, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες πως κάθε νέα συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει απομάκρυνση όλου του εμπλουτισμένου ουρανίου, περιορισμό πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και αλλαγή στάσης έναντι ένοπλων οργανώσεων της περιοχής, καταδεικνύει ότι οι αμερικανικές αξιώσεις είναι πολύ ευρύτερες από το πυρηνικό ζήτημα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί ως κρίσιμος διαμεσολαβητής. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν χαρακτήρισε «ζωτικής σημασίας» την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, προειδοποιώντας ότι το Ισραήλ πιέζει για αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα. Η Άγκυρα φοβάται μαζικές μετακινήσεις προσφύγων στα σύνορά της και νέα εστία σύγκρουσης δίπλα στο ήδη αποσταθεροποιημένο μέτωπο της Συρίας.
Στο παρασκήνιο, η ένταση ενισχύεται και από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εντάξει τους Φρουρούς της Επανάστασης στη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων, κίνηση που η Τεχεράνη χαρακτηρίζει «παράλογη» και απειλεί με συνέπειες. Αναλυτές, όπως ο Σερχάν Αφατζάν του Iram στην Άγκυρα, θεωρούν ότι ένας συμβιβασμός είναι θεωρητικά εφικτός, αλλά θα απαιτήσει μακρά διαπραγμάτευση και ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας προς το Ιράν έναντι ΗΠΑ και Ισραήλ.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να συνδυάσει την απειλή συντριπτικής ισχύος με την υπόσχεση διαπραγμάτευσης, όμως όσο οι αμερικανικοί όροι αγγίζουν τον πυρήνα του ιρανικού καθεστώτος –πυρηνικό, πυραυλικό και περιφερειακό ρόλο–, η πιθανότητα γρήγορης συμφωνίας παραμένει χαμηλή και ο κίνδυνος ατυχήματος ή λάθους υπολογισμού ιδιαίτερα υψηλός.







