Ο Ντόναλντ Τραμπ, στη δεύτερη θητεία του στον Λευκό Οίκο, καταφεύγει ολοένα και συχνότερα στην άμεση χρήση στρατιωτικής ισχύος, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η στροφή αυτή ανησυχεί στρατιωτικούς και διπλωμάτες, που βλέπουν τα παραδοσιακά «φρένα» στην άσκηση σκληρής ισχύος να διαβρώνονται.
Η τρέχουσα διακυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από μια εμφανή αναβάθμιση του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων ως εργαλείου πολιτικής πρώτης γραμμής. Από την απειλή αποστολής στρατού στη Μινεσότα για την καταστολή διαδηλώσεων κατά των υπηρεσιών μετανάστευσης, μέχρι την εξέταση στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν και το ακραίο σενάριο κατάληψης της Γροιλανδίας από τη Δανία, ο Λευκός Οίκος δείχνει να αντιμετωπίζει τον στρατό όχι ως έσχατη λύση αλλά ως αφετηρία πολιτικής δράσης.
Η στροφή στη «σκληρή ισχύ» και τα επιχειρησιακά όρια
Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στις απειλές. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη προχωρήσει σε επιθετικές επιχειρήσεις: αποστολή ειδικών δυνάμεων για την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, πυραυλικά πλήγματα σε ιρανικές εγκαταστάσεις πυρηνικού προγράμματος και εκτεταμένη χρήση της Εθνοφρουράς για την αντιμετώπιση εγκληματικότητας σε πόλεις υπό Δημοκρατική διοίκηση.
Ανώτεροι αξιωματούχοι του Πενταγώνου, αν και μιλούν ανώνυμα, προειδοποιούν ότι η συνεχής επιχειρησιακή καταπόνηση «φθείρει» τον στρατό. Η έντονη δραστηριότητα στον Καραϊβικό, με το μεγαλύτερο ναυτικό αποτύπωμα από τη δεκαετία του 1960, και η συστηματική χρήση επίλεκτων ειδικών δυνάμεων για επιχειρήσεις «χειρουργικού» χαρακτήρα, δημιουργούν κενά διαθεσιμότητας και ανάγκη για χρόνο ανασυγκρότησης.
Η κατάσταση αποτυπώνεται και στα ναυτικά μέσα: με το αεροπλανοφόρο «USS Abraham Lincoln» στη Νότια Σινική Θάλασσα και το «USS Gerald Ford» στον Καραϊβικό, οι δυνατότητες ταυτόχρονης παρουσίας σε Ειρηνικό και Μέση Ανατολή αγγίζουν τα όριά τους. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του επόμενου αεροπλανοφόρου αφήνει, όπως προειδοποιούν στρατιωτικές πηγές, «αναπόφευκτα κενά» στην παγκόσμια κάλυψη.
Θολές γραμμές μεταξύ εσωτερικής ασφάλειας και πολέμου
Η πιο ανησυχητική διάσταση για πολλούς Αμερικανούς θεσμικούς παράγοντες είναι η χρήση στρατιωτικής ισχύος σε εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις. Η επίκληση του Νόμου περί Εξέγερσης για την αντιμετώπιση διαδηλώσεων, η εμπλοκή της Εθνοφρουράς σε καθήκοντα αστυνόμευσης και η ρητορική περί «νόμου και τάξης» μετακινούν τις ένοπλες δυνάμεις σε ρόλο που παραδοσιακά ανήκε στην πολιτική εξουσία και την αστυνομία.
Παράλληλα, η απειλή κατάληψης της Γροιλανδίας έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις συμμάχων, με χώρες του ΝΑΤΟ να ενισχύουν στρατιωτικά την περιοχή, φοβούμενες κλιμάκωση. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο έχουν διαχωρίσει τη θέση τους, ιδίως ως προς την προοπτική κατάληψης της Γροιλανδίας και την περαιτέρω κλιμάκωση στη Βενεζουέλα, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνεται ακόμη μια ευρεία εσωκομματική αντίσταση.
Πολιτικό κεφάλαιο, στρατιωτικό κόστος
Ο Λευκός Οίκος υπερασπίζεται τη γραμμή του, υποστηρίζοντας ότι η διπλωματία προηγείται και ότι η διατήρηση «όλων των επιλογών στο τραπέζι» είναι αναγκαία για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Το Πεντάγωνο, σε επίσημο επίπεδο, δηλώνει ότι εκπληρώνει το καθήκον του να υπηρετεί την προεδρική ατζέντα.
Ωστόσο, αναλυτές, όπως ο Μαξ Μπέργκμαν του Center for Strategic and International Studies, προειδοποιούν ότι η ικανότητα να πράττεις στρατιωτικά δεν συνεπάγεται και σοφία στη χρήση της ισχύος. Η υπερ-προβολή της στρατιωτικής επιλογής, σε βάρος της διπλωματίας, της οικονομικής ισχύος και των συμμαχιών, ενδέχεται να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική αλλά μακροπρόθεσμα αποσταθεροποιητική, τόσο για την αμερικανική ισχύ όσο και για τη διεθνή τάξη.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η μετατροπή του στρατού σε εργαλείο πολιτικής πρώτης επιλογής από τον Τραμπ δεν είναι απλώς αμερικανική ιδιομορφία. Αν παγιωθεί, απενοχοποιεί διεθνώς τη στρατιωτικοποίηση της εσωτερικής πολιτικής και της εξωτερικής δράσης. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, σημαίνει πιο απρόβλεπτη Ουάσιγκτον, πιο ασταθές ΝΑΤΟ και μεγαλύτερη ανάγκη για αυτόνομη στρατηγική σκέψη και ανθεκτικότητα απέναντι σε ηγέτες που βλέπουν τη σκληρή ισχύ ως γρήγορη λύση σε σύνθετα πολιτικά προβλήματα.







