Ο Αλέξης Τσίπρας έκλεισε οριστικά τα σενάρια υπαναχώρησης για την ίδρυση νέου κόμματος, δηλώνοντας από τη Θεσσαλονίκη ότι η «νέα μεγάλη προοδευτική παράταξη» θα γίνει πράξη. Ταυτόχρονα κλιμάκωσε την επίθεσή του στην κυβέρνηση, συνδέοντας τις θεσμικές δυσλειτουργίες, τις υποδομές και την εξωτερική πολιτική με ένα «επικίνδυνο επιτελικό κράτος».
Από το βήμα του κινηματογράφου «Ολύμπιον» στη Θεσσαλονίκη, στην τρίτη παρουσίαση του βιβλίου του, ο Αλέξης Τσίπρας έστειλε το πιο καθαρό μέχρι σήμερα μήνυμα ότι η ίδρυση νέου πολιτικού φορέα δεν είναι απλώς σενάριο, αλλά δρομολογημένο σχέδιο. Με φράσεις όπως «δουλεύω και δουλεύουμε εντατικά και μεθοδικά αυτό το σχέδιο» και «η μεγάλη και νικηφόρα προοδευτική παράταξη… θα γίνει πράξη… και το ταξίδι ξανάρχισε», έκλεισε τη συζήτηση περί αναδίπλωσης, που είχε τροφοδοτήσει η δυναμική εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού.
Το πολιτικό αφήγημα του νέου φορέα
Ο πρώην πρωθυπουργός περιέγραψε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο νέος σχηματισμός: μια «ισχυρή κυβερνώσα προοδευτική δύναμη» και όχι ακόμη ένα κόμμα διαμαρτυρίας ή ένα «μικρό και ανίσχυρο» σχήμα. Έθεσε ως κεντρικό στόχο την «ανασύνθεση της δημοκρατικής παράταξης» σε μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, που –όπως είπε– θα οικοδομηθεί «πέρα και πάνω από ιδιοτέλειες και σκοπιμότητες», με μεθοδικότητα και όχι βιασύνη.
Η ρητορική του Τσίπρα στοχεύει να ανακτήσει τον χώρο της κεντροαριστεράς, επανανοηματοδοτώντας τον «πατριωτισμό» ως κοινωνική δικαιοσύνη, ισχυρό και δίκαιο κράτος, στήριξη της «υγιούς επιχειρηματικότητας» και ετοιμότητα για δύσκολες αποφάσεις σε εξωτερική πολιτική, οικονομία και κλιματική κρίση. Μιλά για «νέα Μεταπολίτευση» και ένα νέο κράτος που θα σπάσει τον κύκλο του πελατειακού, «λάφυρο» κράτους, στο οποίο –κατά την κριτική του– έχει επανέλθει η σημερινή διακυβέρνηση.
Σκληρή σύγκρουση με την κυβέρνηση και το δόγμα εξωτερικής πολιτικής
Ο Αλέξης Τσίπρας κλιμάκωσε την επίθεση στην κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντάς την «δήθεν κεντροδεξιά» με «ακροδεξιά δεκανίκια», τα οποία –όπως υποστήριξε– μετακινούνται οπορτουνιστικά από τον αντισημιτισμό στην υιοθέτηση «των πιο ακραίων ισραηλινών θέσεων» και από τη φιλορωσική στάση στην υπεράσπιση της «σωστής πλευράς της ιστορίας». Επέκρινε επίσης τη στάση της Αθήνας στο παλαιστινιακό, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι μπλοκάρει κυρώσεις κατά του Ισραήλ, υπονομεύοντας μελλοντικά αιτήματα κυρώσεων κατά της Τουρκίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι δεν υπερασπίζεται με συνέπεια το διεθνές δίκαιο, υπενθυμίζοντας τη στάση του στην επέμβαση στη Βενεζουέλα, και αντιπαρέβαλε τη Συμφωνία των Πρεσπών ως παράδειγμα «πατριωτισμού που βάζει το εθνικό πάνω από το κομματικό». Ειδική μνεία έκανε στην ανάληψη από την Ελλάδα της αστυνόμευσης του FIR της Βόρειας Μακεδονίας, για να καταλήξει ότι η σημερινή κυβέρνηση «δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε το FIR της Ελλάδας», με αφορμή την πρόσφατη κατάρρευση του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας.
FIR, υποκλοπές και «μοντέλο εξουσίας»
Ο Τσίπρας συνέδεσε τις δυσλειτουργίες στο FIR Αθηνών με «πολιτική επιλογή» αναβολής έργων που δεν ελέγχονταν από το «κλειστό επιτελείο», από δασικούς χάρτες και λεωφορεία μέχρι σιδηροδρομικούς άξονες και τηλεπικοινωνίες σε κρίσιμες υποδομές. Παράλληλα, επανέφερε στο προσκήνιο το σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο περιέγραψε όχι ως μεμονωμένο «λάθος», αλλά ως «μοντέλο εξουσίας» όπου το κράτος χρησιμοποιεί την παρακολούθηση πολιτικών, δημοσιογράφων και στρατιωτικών ως εργαλείο ελέγχου.
Με αυτό το πλέγμα κριτικής, επιχειρεί να τεκμηριώσει το αίτημα για «ρήξη» με το υπάρχον κράτος και όχι απλή εναλλαγή διαχειριστών του. Το νέο κόμμα εμφανίζεται ως φορέας θεσμικής ανασυγκρότησης, με αιχμές κατά μιας «κρατικοδίαιτης, παρασιτικής οικονομίας» και μιας ελίτ που «θυμάται τον πατριωτισμό μόνο στις παρελάσεις».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η παρέμβαση Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί ως άτυπο προγραμματικό κείμενο για τον υπό σύσταση φορέα και ταυτόχρονα ως σήμα προς τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο ότι φιλοδοξεί να ηγηθεί μιας νέας κεντροαριστερής ανασύνθεσης. Το στοίχημα θα κριθεί στο αν θα μπορέσει να μετατρέψει το έντονα καταγγελτικό αφήγημα σε πειστικό, κοστολογημένο σχέδιο διακυβέρνησης, σε ένα περιβάλλον όπου η είσοδος νέων σχηματισμών, όπως της Μαρίας Καρυστιανού, καθιστά τον προοδευτικό χώρο πεδίο σκληρού ανταγωνισμού για επιρροή και αξιοπιστία.







