Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ υπερασπίστηκε τους νέους δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, παρουσιάζοντάς τους ως στρατηγικό εργαλείο για την αποτροπή «θερμού πολέμου» γύρω από τη Γροιλανδία. Η κίνηση κλιμακώνει τη σύγκρουση Ουάσιγκτον–Ευρώπης και ανοίγει νέο μέτωπο στο παγκόσμιο εμπορικό και γεωπολιτικό σκηνικό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε μια νέα φάση εμπορικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Ευρώπη, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιβάλλει δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, συνδέοντάς τους ευθέως με την επιδίωξη της Ουάσιγκτον να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας. Η κίνηση, που παρουσιάζεται ως «εθνική ανάγκη», προκαλεί ήδη σκληρές αντιδράσεις σε Βρυξέλλες και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η «εθνική ανάγκη» ως επιχείρημα για δασμούς
Μιλώντας στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ δικαιολόγησε την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να ενεργοποιήσει νέο πακέτο δασμών σε Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία και Φινλανδία.
«Η εθνική ανάγκη είναι να αποφύγουμε μια εθνική ανάγκη», υποστήριξε, περιγράφοντας τους δασμούς ως στρατηγική, γεωπολιτική επιλογή που αξιοποιεί την οικονομική ισχύ των ΗΠΑ για να αποτραπεί ένας «θερμός πόλεμος» στην Αρκτική. Κατά τον Μπέσσεντ, ο Τραμπ «κοιτάζει πέρα από το φετινό και το επόμενο έτος», προετοιμαζόμενος για μια μελλοντική «μάχη στην Αρκτική» και αρνούμενος να «εξάγει την εθνική και ημισφαιρική ασφάλεια» των ΗΠΑ σε άλλες χώρες.
Οι νέοι δασμοί ορίστηκαν στο 10%, με ρήτρα κλιμάκωσης στο 25% από την 1η Ιουνίου, εάν έως τότε η Γροιλανδία δεν έχει τεθεί υπό αμερικανικό έλεγχο. Ο Τραμπ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, δεν έχει αποκλείσει ούτε τη χρήση στρατιωτικής ισχύος για την κατάκτηση της νήσου.
Σκληρή ευρωπαϊκή αντίδραση και νομικό ρίσκο
Η Γροιλανδία είναι αυτόνομη περιοχή του Βασιλείου της Δανίας, και η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να τη συνδέσει με εμπορικούς εκβιασμούς προς ολόκληρη την Ευρώπη προκαλεί πολιτική συσπείρωση στην ΕΕ. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κάλεσε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να αξιοποιήσουν τη συλλογική οικονομική τους ισχύ για να απαντήσουν στην Ουάσιγκτον, θέση που φέρεται να βρίσκει απήχηση και σε άλλους ευρωπαίους ηγέτες.
Η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρέντερικσεν χαιρέτισε τη στήριξη των ευρωπαίων εταίρων, δηλώνοντας ότι «η Ευρώπη δεν θα εκβιαστεί». Η διατύπωση αυτή καταδεικνύει ότι η Κοπεγχάγη αντιλαμβάνεται την υπόθεση όχι ως διμερές ζήτημα ΗΠΑ–Δανίας, αλλά ως δοκιμασία για την ενότητα και την αξιοπιστία της ΕΕ.
Παράλληλα, η επιθετική δασμολογική πολιτική του Τραμπ στη δεύτερη θητεία του έχει ήδη οδηγήσει σε σειρά νομικών προσφυγών στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Αντίπαλοι της πολιτικής αυτής υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος καταπατά την αρμοδιότητα του Κογκρέσου να επιβάλλει φόρους, μετακυλίοντας ουσιαστικά νέο φορολογικό βάρος στους Αμερικανούς καταναλωτές μέσω των δασμών.
Ο Μπέσσεντ, ωστόσο, εμφανίστηκε βέβαιος ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα ακυρώσει την «υπογραφή» της οικονομικής πολιτικής του προέδρου, παραπέμποντας στο προηγούμενο του Obamacare και υποστηρίζοντας ότι οι δικαστές «δεν θέλουν να δημιουργήσουν χάος».
Γεωπολιτικές προεκτάσεις για Ευρώπη και Αρκτική
Η κλιμάκωση γύρω από τη Γροιλανδία αναδεικνύει την Αρκτική ως νέο επίκεντρο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, με φόντο την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους, νέες θαλάσσιες οδούς και στρατηγικά σημεία ελέγχου. Η σύνδεση εμπορικών μέτρων με εδαφικές διεκδικήσεις συνιστά επικίνδυνο προηγούμενο για το διεθνές σύστημα, ιδίως όταν συνοδεύεται από ρητορική περί πιθανής στρατιωτικής επέμβασης.
Για την Ευρώπη, η υπόθεση λειτουργεί ως τεστ στρατηγικής αυτονομίας: αν δεν υπάρξει συντονισμένη αντίδραση, η Ουάσιγκτον θα έχει επιβεβαιώσει ότι μπορεί να εργαλειοποιεί την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά για να επιβάλει γεωπολιτικές της επιδιώξεις ακόμη και σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση Γροιλανδίας μετατρέπει τους δασμούς από κλασικό εργαλείο εμπορικού πολέμου σε ωμό μοχλό γεωπολιτικής πίεσης, δοκιμάζοντας τα όρια τόσο του διεθνούς δικαίου όσο και της διατλαντικής σχέσης. Αν η ΕΕ δεν απαντήσει με ενιαία, κλιμακωτή στρατηγική –συνδυάζοντας αντίμετρα στο εμπόριο με διπλωματική απομόνωση της Ουάσιγκτον στο θέμα– κινδυνεύει να νομιμοποιήσει μια νέα «κανονικότητα», όπου η οικονομική ισχύς χρησιμοποιείται απροκάλυπτα για εδαφικές διεκδικήσεις.







