Η συζήτηση στον Λευκό Οίκο για μια υποθετική αγορά της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ επαναφέρει ένα παλιό γεωπολιτικό όνειρο, αλλά σκοντάφτει σε ένα βασικό πρόβλημα: δεν υπάρχει τρόπος να αποτιμηθεί με αξιόπιστο τρόπο μια χώρα. Οι τεράστιοι φυσικοί πόροι του νησιού, η στρατηγική του θέση και η εξάρτησή του από δανικές επιδοτήσεις καθιστούν οποιαδήποτε «τιμή αγοράς» πολιτικά, νομικά και οικονομικά αμφίβολη.
Παρά την κατηγορηματική θέση της Κοπεγχάγης ότι «η Γροιλανδία δεν πωλείται», ο Λευκός Οίκος παραδέχεται πως ο Ντόναλντ Τραμπ και η ομάδα του εξετάζουν πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια υποθετική συμφωνία αγοράς. Το ερώτημα όμως που αναδεικνύει το Reuters είναι πιο θεμελιώδες: μπορεί κανείς να ορίσει τιμή για μια αυτόνομη περιοχή με δικό της πληθυσμό, θεσμούς και στρατηγική σημασία;
Δεν υπάρχει «αγορά» για χώρες
«Δεν υπάρχει αγορά για αγοραπωλησίες χωρών», τονίζει ο Nick Kounis, επικεφαλής οικονομολόγος της ολλανδικής ABN AMRO, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει αποδεκτό πλαίσιο αποτίμησης κρατών. Οι ιστορικές αναλογίες είναι περιορισμένης χρησιμότητας. Το 1946 οι ΗΠΑ είχαν προσφέρει στη Δανία 100 εκατ. δολάρια για τη Γροιλανδία, ποσό που σε σημερινές τιμές αντιστοιχεί περίπου σε 1,6 δισ. δολάρια. Όμως η παγκόσμια οικονομία, η σημασία της Αρκτικής και η ίδια η Γροιλανδία έχουν αλλάξει δραματικά από τότε, καθιστώντας τη σύγκριση παραπλανητική.
Αντίστοιχα, οι αγορές της Λουιζιάνα από τη Γαλλία (1803) και της Αλάσκας από τη Ρωσία (1867) – έναντι 15 εκατ. και 7,2 εκατ. δολαρίων αντίστοιχα – έγιναν σε εντελώς διαφορετικό ιστορικό και νομικό περιβάλλον, με πωλητές που ήθελαν να αποεπενδύσουν. Σήμερα, η Γροιλανδία απολαμβάνει καθεστώς ευρείας αυτονομίας, ενώ η Δανία δεν έχει καμία πολιτική βούληση να εκχωρήσει κυριαρχία.
ΑΕΠ, επιδοτήσεις και ορυκτός πλούτος
Η κεντρική τράπεζα της Δανίας εκτιμά το ΑΕΠ της Γροιλανδίας, που βασίζεται κυρίως στην αλιεία, σε μόλις 3,6 δισ. δολάρια για το 2023. Ακόμη και αν αυτό χρησιμοποιούνταν ως σημείο εκκίνησης για μια αποτίμηση τύπου «πολλαπλασιαστή ΑΕΠ», το ερώτημα παραμένει: πώς τιμολογείται το γεγονός ότι οι δανικές επιδοτήσεις χρηματοδοτούν περίπου το 50% του δημόσιου προϋπολογισμού του νησιού, από νοσοκομεία και σχολεία έως βασικές υποδομές; Μια υποθετική αγορά θα έπρεπε να ενσωματώσει και το κόστος ανάληψης αυτών των υποχρεώσεων από τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η Γροιλανδία κάθεται πάνω σε ανεκμετάλλευτο ορυκτό και ενεργειακό πλούτο. Η αξία των αποθεμάτων εκτιμάται σε εκατοντάδες δισ. δολάρια, ίσως και περισσότερο, ενώ έρευνα του 2023 εντόπισε στο νησί 25 από τα 34 ορυκτά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει «κρίσιμες πρώτες ύλες». Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη εξετάσει συμμετοχή στην εταιρεία Critical Metals, η οποία σχεδιάζει το μεγαλύτερο έργο σπάνιων γαιών στην περιοχή, δείχνοντας ότι η Ουάσινγκτον βλέπει τη Γροιλανδία ως κρίσιμο κρίκο στις αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας.
Γεωπολιτικό παζάρι και σενάρια πίεσης
Πέρα από την οικονομία, η Γροιλανδία είναι στρατηγικό προγεφύρωμα στον Αρκτικό Ωκεανό, όπου οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται Ρωσία και Κίνα για έλεγχο θαλάσσιων οδών, πόρων και στρατιωτικών θέσεων. Η Ουάσινγκτον διατηρεί ήδη εκεί στρατιωτική παρουσία και, σύμφωνα με αμερικανικές δηλώσεις, «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι» – ακόμη και στρατιωτικές – για τη διασφάλιση του ελέγχου της περιοχής, την οποία θεωρεί ζωτικής σημασίας για την εθνική της ασφάλεια.
Η επικείμενη συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, με την πολιτική ηγεσία της Δανίας αναμένεται να φωτίσει τις πραγματικές επιδιώξεις της Ουάσινγκτον. Ο Kounis εκτιμά ότι ο Τραμπ μπορεί να εφαρμόζει το γνώριμο διαπραγματευτικό του «εγχειρίδιο»: θέτει ένα ακραίο σενάριο στο τραπέζι, όχι επειδή πιστεύει πως θα υλοποιηθεί, αλλά για να «μαλακώσει» την άλλη πλευρά και να αποσπάσει παραχωρήσεις – στην προκειμένη περίπτωση ίσως μεγαλύτερη πρόσβαση σε πόρους ή στρατιωτικές διευκολύνσεις.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση Γροιλανδίας δείχνει πώς, στην εποχή των σπάνιων γαιών και της κλιματικής αλλαγής, η γεωοικονομία θολώνει τα σύνορα μεταξύ «αγοράς» και κυριαρχίας. Η ιδέα τιμολόγησης μιας χώρας είναι οικονομικά αυθαίρετη και πολιτικά εκρηκτική, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης σε ένα νέο Ψυχρό Πόλεμο για πόρους, τεχνολογία και στρατηγικό βάθος.







