Η ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης και τελωνείων ICE βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρής αμφισβήτησης μετά τη θανατηφόρα επέμβαση στη Μινεάπολη, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ιστορική φθορά της δημόσιας στήριξης. Το ανησυχητικό για τον Λευκό Οίκο είναι ότι η δυσαρέσκεια διαχέεται πλέον και σε τμήμα των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων.
Η αμερικανική υπηρεσία μετανάστευσης και τελωνείων ICE, κεντρικό εργαλείο της πολιτικής μαζικών απελάσεων της κυβέρνησης Τραμπ, βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανή κρίση νομιμοποίησης. Η υπόθεση της δολοφονίας της 37χρονης Ρενέ Γκουντ από πράκτορα της ICE στη Μινεάπολη στις 7 Ιανουαρίου λειτούργησε ως καταλύτης, αναζωπυρώνοντας τον δημόσιο διάλογο για τις μεθόδους της υπηρεσίας και τα όρια της κρατικής εξουσίας.
Δημοσκοπική φθορά και μετατόπιση του κέντρου
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου Quinnipiac, το 57% των Αμερικανών ψηφοφόρων καταδικάζει τις πρακτικές της ICE. Η κατανομή όμως είναι αποκαλυπτική: το 94% των Δημοκρατικών και το 64% των ανεξάρτητων εκφράζουν αρνητική στάση, ενώ το 84% των Ρεπουμπλικάνων συνεχίζει να στηρίζει την υπηρεσία. Παράλληλα, έρευνα των YouGov/The Economist δείχνει για πρώτη φορά ότι η πλειοψηφία (46%) τάσσεται υπέρ της κατάργησης της ICE, έναντι 43% που αντιτίθεται.
Η κριτική δεν προέρχεται πλέον μόνο από την προοδευτική πτέρυγα. Ο υπερδημοφιλής podcaster Τζο Ρόγκαν, που στήριξε τον Ντόναλντ Τραμπ στις τελευταίες εκλογές, παρομοίασε δημόσια την ICE με «Γκεστάπο», καταγγέλλοντας ένοπλες περιπολίες με στρατιωτικό εξοπλισμό και αυθαίρετους ελέγχους ταυτοτήτων, ακόμη και σε Αμερικανούς πολίτες χωρίς έγγραφα πάνω τους. Πολιτικοί σχολιαστές στις ΗΠΑ τον χαρακτηρίζουν «τον πιο διάσημο αναποφάσιστο ψηφοφόρο», ένδειξη ότι η δυσφορία αγγίζει το κρίσιμο κέντρο.
Νομικά όρια, «απόλυτη ασυλία» και πολιτικό κόστος
Ο καθηγητής Δικαίου Στίβεν Σουίν, από το πανεπιστήμιο Ιλινόι στο Σικάγο, επισημαίνει ότι πολλές πρακτικές της ICE έρχονται σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές του αμερικανικού νομικού πολιτισμού. Υπενθυμίζει ότι οι αστυνομικοί δεν μπορούν να προβαίνουν σε ελέγχους ταυτότητας χωρίς «εύλογη υποψία» παράνομης δραστηριότητας. Όταν πράκτορες ζητούν «χαρτιά» από ειρηνικούς διαδηλωτές ή στοχοποιούν άτομα βάσει εθνοτικών χαρακτηριστικών, «πολλοί το εκλαμβάνουν ως πρακτική δικτατορικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων», σημειώνει.
Την ίδια ώρα, η ICE έχει σχεδόν διπλασιάσει το προσωπικό της μέσα σε έναν χρόνο – από 10.000 σε 22.000 πράκτορες, σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας – υπό την πολιτική κάλυψη του Λευκού Οίκου. Ο ισχυρός σύμβουλος Στίβεν Μίλερ διακήρυξε πρόσφατα: «Πράκτορες της ICE: έχετε ασυλία στην εκτέλεση της αποστολής σας». Ο πρόεδρος Τζέι Ντι Βανς φέρεται να υιοθετεί την ίδια γραμμή, δηλώνοντας ότι ο πράκτορας που πυροβόλησε τη Γκουντ έχει «απόλυτη ασυλία».
Ωστόσο, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Axios, εσωτερικές δημοσκοπήσεις που παρήγγειλε η κυβέρνηση δείχνουν υποχώρηση της στήριξης προς την ICE ακόμη και στη δεξιά εκλογική βάση. Ανώτερος σύμβουλος που μίλησε ανώνυμα ανέφερε ότι ο πρόεδρος «θέλει μαζικές απελάσεις, αλλά δεν θέλει αυτό που βλέπει ο κόσμος». Με άλλα λόγια, η ουσία της πολιτικής παραμένει, αλλά η εικόνα των μασκοφόρων, βαριά οπλισμένων πρακτόρων στους δρόμους αρχίζει να θεωρείται πολιτικά τοξική.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση ICE αναδεικνύει το στρατηγικό δίλημμα του Τραμπ: πώς θα ικανοποιήσει τη σκληρή αντι-μεταναστευτική του ατζέντα χωρίς να αποξενώσει τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους που κρίνουν τις εκλογές. Αν η κυβέρνηση επιχειρήσει απλώς ένα «rebranding» της ίδιας πολιτικής με πιο «ήπια» εικόνα, το ρήγμα νομιμοποίησης μπορεί να βαθύνει, με συνέπειες όχι μόνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και για τη θεσμική ισορροπία μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας και κράτους δικαίου στις ΗΠΑ.







