Η πρώτη πώληση βενεζουελάνικου αργού στις ΗΠΑ κατέληξε στη Vitol, όπου κορυφαίο στέλεχος και μεγάλος χρηματοδότης της εκστρατείας Τραμπ είχε μόλις συμμετάσχει σε κλειστή σύσκεψη στον Λευκό Οίκο. Η συμφωνία 250 εκατ. δολαρίων αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στην ενεργειακή πολιτική και την προεκλογική χρηματοδότηση.
Η επανεκκίνηση των ροών βενεζουελάνικου αργού προς τις ΗΠΑ συνοδεύεται από ένα έντονα πολιτικοποιημένο πρώτο «ντιλ». Σύμφωνα με τους Financial Times, η Vitol εξασφάλισε συμφωνία περίπου 250 εκατ. δολαρίων για αγορά βενεζουελάνικου πετρελαίου, με καταλυτικό ρόλο ενός κορυφαίου trader της, ο οποίος είναι ταυτόχρονα από τους πιο γενναιόδωρους χορηγούς της εκστρατείας επανεκλογής του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο ρόλος της Vitol, οι δωρεές και ο Λευκός Οίκος
Πρωταγωνιστής της υπόθεσης εμφανίζεται ο Τζον Άντισον, ανώτερος trader της Vitol στο Χιούστον. Ο Άντισον έχει δωρίσει συνολικά περίπου 6 εκατ. δολάρια σε επιτροπές πολιτικής δράσης (PACs) που στήριξαν την εκστρατεία Τραμπ, εκ των οποίων 5 εκατ. δολάρια τον Οκτώβριο 2024 στη Maga Inc και πάνω από 1 εκατ. δολάρια σε δύο ακόμη φιλοτραμπικά PACs, σύμφωνα με τα στοιχεία του OpenSecrets.
Λίγες ημέρες πριν κλείσει η συμφωνία, ο Άντισον συμμετείχε, μαζί με τον επικεφαλής του αμερικανικού βραχίονα της Vitol, Μπεν Μάρσαλ, σε υψηλού προφίλ σύσκεψη στον Λευκό Οίκο με τον Τραμπ και στελέχη της ενεργειακής βιομηχανίας. Η Vitol ήταν η μοναδική εταιρεία με δύο κορυφαία στελέχη στο τραπέζι. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο Άντισον δεσμεύτηκε ενώπιον του προέδρου ότι η Vitol θα εξασφαλίσει την «καλύτερη δυνατή τιμή» για το βενεζουελάνικο πετρέλαιο, ώστε «η επιρροή που έχετε πάνω στους Βενεζουελάνους να εξασφαλίσει ότι θα πάρετε αυτό που θέλετε».
Η Vitol επιχειρεί να αποσυνδέσει τις επιχειρηματικές αποφάσεις από την πολιτική χρηματοδότηση, υποστηρίζοντας ότι οι δωρεές του Άντισον έγιναν αποκλειστικά σε προσωπική βάση. Ωστόσο, ο συνδυασμός πρόσβασης στον Λευκό Οίκο, πολιτικής στήριξης και ανάληψης της πρώτης μεγάλης συναλλαγής από τη Βενεζουέλα δημιουργεί σαφές πεδίο κριτικής για ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων.
Στρατηγική των ΗΠΑ για τον «μαύρο χρυσό» της Βενεζουέλας
Η συμφωνία της Vitol εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, αμφιλεγόμενο σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ να διαθέσει έως και 50 εκατ. βαρέλια βενεζουελάνικου αργού. Μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να επαναχαράξει την ενεργειακή και γεωπολιτική σχέση με τη Βενεζουέλα, επιδιώκοντας ταυτόχρονα έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας και αύξηση των επενδύσεων από αμερικανικά ή δυτικά κεφάλαια.
Στο παιχνίδι έχει μπει και η Trafigura, μία ακόμη από τις μεγαλύτερες εμπορικές εταιρείες ενέργειας παγκοσμίως, η οποία, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις συναλλαγές, αγόρασε επιπλέον βενεζουελάνικο πετρέλαιο αξίας 250 εκατ. δολαρίων. Η Trafigura έχει δαπανήσει 525.000 δολάρια για λόμπινγκ στις ΗΠΑ το 2024 και το 2025, γεγονός που υπογραμμίζει την έντονη διασύνδεση πολιτικής και αγοράς στην αμερικανική ενεργειακή στρατηγική.
Αξιωματούχος του υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ δικαιολόγησε την επιλογή Vitol και Trafigura, σημειώνοντας ότι πρόκειται για δύο από τους μεγαλύτερους traders ενέργειας παγκοσμίως, οι οποίοι ήταν «διαθέσιμοι και ικανοί να προωθήσουν τις αρχικές συναλλαγές ταχύτατα». Οι δύο εταιρείες θα μεταπωλήσουν το πετρέλαιο στους δικούς τους πελάτες στην αμερικανική αγορά, ενώ το υπουργείο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων πωλήσεων και περαιτέρω διεύρυνσης του σχήματος.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Τέιλορ Ρότζερς, απέρριψε τις αιτιάσεις περί σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ «πάντα ενεργεί προς το συμφέρον του αμερικανικού λαού» και ότι τα δημοσιεύματα περί διαπλοκής είναι μια «φθαρμένη προσπάθεια» αποπροσανατολισμού από το «ιστορικό ενεργειακό deal» με τη Βενεζουέλα.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση Vitol – Βενεζουέλα φωτίζει με ενδεικτικό τρόπο το πώς η ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ διαπλέκεται με την προεκλογική χρηματοδότηση και την εταιρική ισχύ. Για τις αγορές, η επανείσοδος του βενεζουελάνικου αργού μπορεί να λειτουργήσει αποσυμπιεστικά στις τιμές, αλλά ταυτόχρονα εγκυμονεί γεωπολιτικούς κινδύνους και ενισχύει την εικόνα μιας Ουάσινγκτον όπου μεγάλοι traders αποκτούν στρατηγικά πλεονεκτήματα όχι μόνο λόγω ισολογισμών, αλλά και λόγω πολιτικών διασυνδέσεων.







