Η κυβέρνηση αξιοποιεί την επιστολική ψήφο και τη συνταγματική αναθεώρηση για να εντείνει την πίεση προς το ΠΑΣΟΚ και συνολικά τον χώρο του Κέντρου ενόψει της κάλπης του 2027. Στο τραπέζι μπαίνει ήδη και το δύσκολο ερώτημα των μετεκλογικών συνεργασιών, με στόχο την πολιτική αποσαφήνιση και την πόλωση.
Η κυβερνητική στρατηγική για την επόμενη διετία αποκτά σαφές κεντρώο αποτύπωμα, με το Μέγαρο Μαξίμου να επιχειρεί να «στριμώξει» το ΠΑΣΟΚ τόσο στο πεδίο των θεσμικών αλλαγών όσο και στο μέτωπο των μετεκλογικών συνεργασιών. Η επιστολική ψήφος για τους Έλληνες του εξωτερικού και η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση αναδεικνύονται σε βασικά εργαλεία μιας πολιτικής πίεσης που στοχεύει στην ηγεμονία στον χώρο του Κέντρου μέχρι τις εθνικές εκλογές του 2027.
Θεσμική ατζέντα ως μοχλός πίεσης στο Κέντρο
Η κυβέρνηση προβάλλει την επέκταση της επιστολικής ψήφου και μια «φιλόδοξη» αναθεώρηση του Συντάγματος ως μεταρρυθμίσεις με υπερκομματικό χαρακτήρα, επιχειρώντας να μεταφέρει την ευθύνη της συναίνεσης κυρίως στη Χαριλάου Τρικούπη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη προαναγγείλει ένα ευρύ πακέτο αλλαγών, με αιχμές το άρθρο 15 για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, αλλά και παρεμβάσεις στην αξιολόγηση στο Δημόσιο, την προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 24), τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90) και την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 30).
Με αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικού εκσυγχρονισμού, υποχρεώνοντας το ΠΑΣΟΚ να τοποθετηθεί συγκεκριμένα: με τη μεταρρύθμιση ή με την άρνηση. Στο Μαξίμου εκτιμούν ότι τυχόν απόρριψη των προτάσεων από τον Νίκο Ανδρουλάκη θα ενισχύσει την εικόνα ενός κόμματος εγκλωβισμένου σε παλαιές ισορροπίες, απομακρύνοντάς το από τους αυτοπροσδιοριζόμενους Κεντρώους ψηφοφόρους και διευρύνοντας τα περιθώρια διείσδυσης της ΝΔ στις ίδιες δεξαμενές.
Το αγκάθι των συνεργασιών και η στοχοποίηση του ΠΑΣΟΚ
Παράλληλα με τη θεσμική ατζέντα, η κυβέρνηση ανοίγει από τώρα τη συζήτηση για τις μετεκλογικές συνεργασίες του 2027, επιχειρώντας να αναπαραγάγει για το ΠΑΣΟΚ τις «Συμπληγάδες» που βίωσε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2023. Το ερώτημα «με ποιους θα κυβερνήσετε;» τίθεται διαρκώς προς τη Χαριλάου Τρικούπη, με στόχο να αποσαφηνιστεί τι σημαίνει στην πράξη «προοδευτική διακυβέρνηση» και ποιοι θεωρούνται από το ΠΑΣΟΚ προοδευτικοί εταίροι.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας σε ραδιοφωνικό σταθμό, κάλεσε ευθέως τον Νίκο Ανδρουλάκη και τα στελέχη του κόμματος να ορίσουν ποιες είναι οι «προοδευτικές δυνάμεις» στις οποίες απευθύνονται, αφήνοντας αιχμές ότι αναφέρονται σε κόμματα που, όπως είπε, «ως ΣΥΡΙΖΑ πριν από δέκα χρόνια χρέωσαν τη χώρα 120 δισ. ευρώ». Η ρητορική αυτή δεν στοχεύει μόνο στην αποδόμηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και στη σύνδεση του ΠΑΣΟΚ με ένα παρελθόν οικονομικής περιπέτειας, εάν επιλέξει να κινηθεί προς τέτοιου τύπου συμμαχίες.
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί έτσι διπλό κέρδος: αφενός να εγκλωβίσει το ΠΑΣΟΚ σε μια δύσκολη εξίσωση μεταξύ εσωκομματικών ισορροπιών και εκλογικής διεύρυνσης, αφετέρου να διαμορφώσει από νωρίς το πεδίο των διλημμάτων της κάλπης του 2027, με σαφή πόλωση ανάμεσα σε «μεταρρυθμιστική σταθερότητα» και «ασαφή προοδευτικά μέτωπα».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση όχι μόνο ως θεσμικό ορόσημο, αλλά ως εργαλείο αναδιάταξης του κεντρώου χώρου και προεξόφλησης των εκλογικών διλημμάτων. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε στρατηγικό σταυροδρόμι: αν αρνηθεί τη συναίνεση, κινδυνεύει να εμφανιστεί ως δύναμη ακινησίας· αν την παράσχει, ρισκάρει να θολώσει περαιτέρω τη διακριτή του ταυτότητα απέναντι στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ.







