Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ακριβαίνουν σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τα επώνυμα, αλλά συνεχίζουν να κερδίζουν μερίδιο στο καλάθι του σούπερ μάρκετ. Καθοριστικός παράγοντας παραμένει το τελικό κόστος, με διαφορά άνω των 66 ευρώ ανά «τυπικό καλάθι» υπέρ των private label.
Η ελληνική αγορά ταχέως κινούμενων καταναλωτικών αγαθών (FMCG) μπαίνει στο 2026 με ένα σαφές μήνυμα από τους καταναλωτές: η τιμή μετρά περισσότερο από το brand. Παρότι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας καταγράφουν υψηλότερες ποσοστιαίες αυξήσεις τιμών από τα επώνυμα, η ζήτηση γι’ αυτά ενισχύεται, καθώς το συνολικό κόστος για το νοικοκυριό παραμένει αισθητά χαμηλότερο.
Το «τυπικό καλάθι» και η τιμολογιακή ψαλίδα
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Circana (YTD, εβδομάδα λήξης 4/1/2026), το «τυπικό καλάθι» προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας διαμορφώνεται στα 146,11 ευρώ, έναντι 212,79 ευρώ για τα επώνυμα. Η διαφορά των 66,68 ευρώ – περίπου 31% – σε 60 βασικές κατηγορίες προϊόντων (τρόφιμα, γαλακτοκομικά, είδη προσωπικής φροντίδας και οικιακής χρήσης) είναι αρκετή για να καθορίσει τη συμπεριφορά των καταναλωτών.
Παρά τις ανατιμήσεις, οι private label παραμένουν σημαντικά φθηνότερες σε απόλυτους όρους. Η μέση τιμή τους αυξήθηκε κατά 2,7% σε ετήσια βάση, σχεδόν διπλάσια από το 1,5% των επωνύμων. Ωστόσο, οι πωλήσεις ιδιωτικής ετικέτας αυξάνονται κατά 6,7% σε αξία και 3,9% σε τεμάχια, ξεπερνώντας τα επώνυμα (4,7% σε αξία και 3,2% σε όγκο).
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο καταναλωτής δεν κοιτά μόνο το ποσοστό αύξησης, αλλά το ποσό στο ταμείο. Όσο το καλάθι ιδιωτικής ετικέτας παραμένει δεκάδες ευρώ φθηνότερο, η στροφή προς αυτήν την κατηγορία μοιάζει μονόδρομος για τα πιεσμένα νοικοκυριά.
Επίμονος πληθωρισμός και διαβρωμένα εισοδήματα
Η ενίσχυση της ιδιωτικής ετικέτας συνδέεται άμεσα με το πληθωριστικό περιβάλλον. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει μέση ετήσια μεταβολή του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στο 2,9% για το 2025, ελαφρώς χαμηλότερα από το 3,0% του 2024, αλλά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,1%). Η αποκλιμάκωση είναι οριακή και τα επίπεδα τιμών παραμένουν υψηλά, διατηρώντας την πίεση στα πραγματικά εισοδήματα.
Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν έντονες αυξήσεις σε βασικά τρόφιμα: το μοσχαρίσιο κρέας στην Ελλάδα ανέβηκε κατά 15,4% (έναντι 9,8% στην Ευρωζώνη), το γιαούρτι κατά 4,3% (έναντι 0,2%), τα φρούτα 8,0% (έναντι 4,2%), ενώ το κακάο και τα προϊόντα σοκολάτας 15,0%. Σε ορισμένους μήνες, ειδικά στο μοσχαρίσιο κρέας, οι αυξήσεις άγγιξαν ακόμη και το 26,9%, επιβαρύνοντας δραστικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ιδιωτική ετικέτα λειτουργεί ως «βαλβίδα αποσυμπίεσης» για τα νοικοκυριά, επιτρέποντας τους να διατηρούν όγκο κατανάλωσης, θυσιάζοντας όμως σε πολλές περιπτώσεις την προτίμηση στο brand.
Τετραετής πορεία και σήμα σταθεροποίησης
Η περίοδος 2021-2024 δείχνει τη διαφοροποίηση τροχιάς επωνύμων και private label. Το καλάθι επωνύμων ανέβηκε από 181,97 σε 210,61 ευρώ (+15,7%), ενώ της ιδιωτικής ετικέτας από 121,83 σε 145,54 ευρώ (+19,5%). Παρότι η ποσοστιαία αύξηση είναι μεγαλύτερη για τα private label, το απόλυτο επίπεδο τιμών τους παραμένει σαφώς χαμηλότερο.
Για το 2026, οι αυξήσεις δείχνουν να εξασθενούν: το καλάθι επωνύμων ανεβαίνει οριακά κατά 1,10 ευρώ (+0,5%) και της ιδιωτικής ετικέτας μόλις κατά 0,26 ευρώ (+0,2%). Συνολικά, η αγορά FMCG ξεκινά τη χρονιά με άνοδο πωλήσεων 5,2% σε αξία και 3,4% σε τεμάχια, ενώ η μέση τιμή ανά προϊόν αυξάνεται μόλις 1,8%, υποδηλώνοντας επιβράδυνση των ανατιμήσεων.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εικόνα αποκαλύπτει μια νέα «κανονικότητα» στην ελληνική κατανάλωση: η ιδιωτική ετικέτα παύει να είναι λύση ανάγκης και εξελίσσεται σε δομικό πυλώνα της αγοράς. Αν οι βιομηχανίες επωνύμων δεν αναπροσαρμόσουν στρατηγική τιμών και αξίας, ο ανταγωνισμός θα κριθεί λιγότερο στο ράφι και περισσότερο στο πορτοφόλι του καταναλωτή.







