Σε κλίμα έντονης πόλωσης η κυβέρνηση παρουσιάζει σήμερα το πακέτο στήριξης για αγρότες και κτηνοτρόφους, μεταφέροντας την ευθύνη της επόμενης κίνησης στα μπλόκα. Στο τραπέζι το «Plan B» με κυρώσεις, εφόσον οι κινητοποιήσεις κλιμακωθούν και παραμείνουν οι αποκλεισμοί δρόμων.
Τριάντα οκτώ ημέρες μετά την έναρξη των αγροτικών κινητοποιήσεων, οι σχέσεις κυβέρνησης και αγροτικού κόσμου βρίσκονται σε σημείο καμπής. Το οικονομικό πακέτο που παρουσιάζουν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας, ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου και ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς, αποτελεί –κατά το Μέγαρο Μαξίμου– την τελική κυβερνητική προσφορά.
Αμέσως μετά τις ανακοινώσεις, το βάρος μεταφέρεται στις γενικές συνελεύσεις των μπλόκων, όπου θα κριθεί αν οι αγρότες θα μπουν σε διάλογο ή θα τραβήξουν τη σύγκρουση στα άκρα με νέους αποκλεισμούς εθνικών οδών και κλιμάκωση των πιέσεων.
Το περιεχόμενο του πακέτου στήριξης
Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι τα μέτρα καλύπτουν «σε πολύ μεγάλο βαθμό» τα αιτήματα των αγροτών, με βασικό περιορισμό τις αντοχές του προϋπολογισμού και τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Κεντρικός πυλώνας είναι η μείωση του αγροτικού ρεύματος σε τιμή λίγο πάνω από τα 0,08 ευρώ ανά κιλοβατώρα, όταν οι εκπρόσωποι των μπλόκων έχουν θέσει ως ελάχιστη αποδεκτή βάση τα 0,07 ευρώ.
Παράλληλα προβλέπεται επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο «στην αντλία», μέσω ειδικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ, ώστε να περιοριστούν καθυστερήσεις και αδικίες. Προστίθεται ενίσχυση περίπου 160 εκατ. ευρώ για κτηνοτρόφους και παραγωγούς βαμβακιού και σιταριού, ειδικό πρόγραμμα ιχνηλασιμότητας για την αντιμετώπιση των παράνομων ελληνοποιήσεων και αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ στο 100% για ζημιές από φυσικές καταστροφές.
Η κυβέρνηση επικαλείται ακόμη την επίλυση του ζητήματος του ΟΣΔΕ σε συνεννόηση με την Κομισιόν, με καταχώριση εκτάσεων μέσω υπεύθυνων δηλώσεων, καθώς και τη βελτίωση των ροών επιδοτήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προβάλλει, το 2025 έχουν ήδη καταβληθεί 3,82 δισ. ευρώ έναντι 3,38 δισ. ευρώ το 2024, ποσά που χαρακτηρίζονται ως τα υψηλότερα όλων των εποχών και αυξημένα κατά 13% σε ετήσια βάση.
Όπως τονίζουν αρμόδιοι παράγοντες, από τα 27 αιτήματα των μπλόκων, έχουν γίνει δεκτά τα 16, τέσσερα βρίσκονται σε επεξεργασία «με θετικό πνεύμα» και επτά απορρίπτονται ως δημοσιονομικά μη διαχειρίσιμα ή εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου.
Διάλογος ή κυρώσεις – το πολιτικό ρίσκο
Στο πολιτικό επίπεδο, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να απομονώσει τους πιο σκληρούς αγροτοσυνδικαλιστές, υποστηρίζοντας ότι «δεν είναι νοητό να αρνούνται να συζητήσουν με τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση». Η ανοχή, όπως σημειώνεται, δικαιολογήθηκε αρχικά από το πρόβλημα στον ΟΠΕΚΕΠΕ και την καθυστέρηση πληρωμών, αλλά και από πραγματικές πληγές, όπως η ευλογιά στην κτηνοτροφία. Πλέον όμως προβάλλεται ως κεντρική γραμμή ότι «η κυβέρνηση δεν μπορεί να παριστάνει τον τροχονόμο σε μια μπλοκαρισμένη χώρα».
Εάν οι αγρότες απορρίψουν το πακέτο και συνεχίσουν ή εντείνουν τους αποκλεισμούς, ενεργοποιείται το λεγόμενο «Plan B», με εφαρμογή του νομικού πλαισίου για παρακώλυση συγκοινωνιών και επιβολή κυρώσεων. Κυβερνητικοί παράγοντες επικαλούνται την «εξαντλημένη υπομονή» των πολιτών που ταλαιπωρούνται επί ώρες στο οδικό δίκτυο, επιχειρώντας να μετατρέψουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε νομιμοποίηση για σκληρότερη στάση.
Το διακύβευμα για την κυβέρνηση είναι διπλό: αφενός να αποδείξει ότι στηρίζει ουσιαστικά τον πρωτογενή τομέα, αφετέρου να μην εμφανιστεί αδύναμη απέναντι σε παρατεταμένους αποκλεισμούς που πλήττουν την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική συνοχή. Για τους αγρότες, το δίλημμα είναι αν θα κεφαλαιοποιήσουν τώρα τις παραχωρήσεις που έχουν αποσπάσει ή αν θα ρισκάρουν μετωπική σύγκρουση με αβέβαιο πολιτικό και κοινωνικό κόστος.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κυβέρνηση επιχειρεί έναν λεπτό ισορροπητικό ελιγμό ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την κοινωνική πίεση της περιφέρειας, μετατρέποντας το σημερινό πακέτο σε τεστ αξιοπιστίας για την αγροτική της πολιτική. Αν οι αγρότες απορρίψουν την πρόταση, η μετάβαση από τις επιδοτήσεις στις διώξεις μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά δαπανηρή, ιδίως αν η κοινωνία δεν πειστεί ότι εξαντλήθηκαν πραγματικά όλα τα περιθώρια διαλόγου.







