Το επικουρικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης εμφανίζει για το 2025-2026 πλεονάσματα που αγγίζουν συνολικά τα 670 εκατ. ευρώ, ακυρώνοντας στην πράξη τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος. Το ερώτημα πλέον μεταφέρεται στο υπουργείο Εργασίας, που καλείται να αποφασίσει αν και πότε θα ενεργοποιήσει αυξήσεις στις επικουρικές συντάξεις.
Η δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού του ΕΦΚΑ για το 2026 αποκαλύπτει μια πολύ πιο ευνοϊκή εικόνα για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης απ’ ό,τι είχε αρχικά προβληθεί. Το ΕΤΕΑΕΠ εμφανίζει όχι μόνο ισχυρό εμφανές πλεόνασμα, αλλά και ένα ουσιαστικό «κρυφό» δημοσιονομικό περιθώριο, το οποίο προκύπτει από ανεξόφλητες υποχρεώσεις του κράτους λόγω της λειτουργίας του ΤΕΚΑ.
Το διπλό πλεόνασμα και το «μαξιλάρι» των 300 εκατ. ευρώ
Στον προϋπολογισμό του ΕΤΕΑΕΠ για το 2026 προβλέπεται καθαρό πλεόνασμα ύψους 370 εκατ. ευρώ, μετά από πλεόνασμα 362 εκατ. ευρώ το 2025. Παράλληλα, στα έσοδα καταγράφεται επιχορήγηση 277 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ως αντιστάθμισμα της απώλειας εισφορών που προκαλεί η σταδιακή μεταφορά νεοεισερχόμενων ασφαλισμένων στο κεφαλαιοποιητικό ταμείο ΤΕΚΑ.
Ωστόσο, σε υποσημείωση του ίδιου προϋπολογισμού αναφέρεται ότι, πέραν του ποσού που δόθηκε το 2022, δεν έχουν καταβληθεί αντίστοιχες επιχορηγήσεις για τα έτη 2023-2025, με αποτέλεσμα η οφειλή του κράτους προς τον κλάδο να υπερβαίνει τα 300 εκατ. ευρώ. Αν προστεθεί αυτό το ποσό στο προβλεπόμενο πλεόνασμα του 2026, το συνολικό διαθέσιμο «μαξιλάρι» για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης διαμορφώνεται περίπου στα 670 εκατ. ευρώ.
Η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος και το πολιτικό διακύβευμα
Η απουσία ελλείμματος έχει κρίσιμη σημασία, καθώς ο νόμος Κατρούγκαλου (ν. 4387/2016) επέβαλε ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στις επικουρικές συντάξεις. Η ρήτρα αυτή απαγορεύει αυξήσεις όταν ο κλάδος εμφανίζει έλλειμμα, αφήνει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο αναπροσαρμογών όταν τα οικονομικά του είναι σε πλεονασματική τροχιά.
Με δεδομένα τα πλεονάσματα του 2025 και το ακόμη υψηλότερο «υπερπλεόνασμα» του 2026, η τεχνική δικαιολογία για το πάγωμα των επικουρικών ουσιαστικά εκλείπει. Έτσι, η πρωτοβουλία περνά στο υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο καλείται να αποφασίσει αν θα ευθυγραμμίσει τις επικουρικές με τις κύριες συντάξεις, οι οποίες αυξάνονται ήδη από το 2023.
Πόσο θα κοστίσει μια αύξηση 3% και ποιοι κερδίζουν
Η μέση επικουρική σύνταξη σήμερα διαμορφώνεται στα 195 ευρώ μικτά τον μήνα. Μια αύξηση της τάξης του 3% θα την ανεβάσει περίπου στα 201 ευρώ, δηλαδή σε ετήσια βάση η μέση πρόσθετη δαπάνη ανά δικαιούχο υπολογίζεται σε 72 ευρώ. Σε επίπεδο συστήματος, το συνολικό κόστος μιας τέτοιας αύξησης εκτιμάται σε 93,6 εκατ. ευρώ ετησίως – ποσό σαφώς διαχειρίσιμο σε σχέση με τα καταγεγραμμένα πλεονάσματα.
Τα στοιχεία δείχνουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ ταμείων. Το επικουρικό της πρώην ΑΤΕ (ΕΛΕΜ) καταβάλλει την υψηλότερη μέση επικουρική γήρατος για το 2025, στα 438 ευρώ καθαρά, που με αύξηση 3% θα φθάσει τα 451 ευρώ το 2026. Ακολουθεί το ταμείο της Εμπορικής με 417 ευρώ (430 ευρώ με την αύξηση), ενώ η μέση επικουρική του ΙΚΑ (ΕΤΕΑΜ) βρίσκεται στα 186 ευρώ (192 ευρώ με αύξηση 3%).
Στον ναυτιλιακό χώρο, το ΝΑΤ (ΚΕΑΝ) καταβάλλει 286 ευρώ, που θα γίνουν 295 ευρώ. Οι δικηγόροι (ΤΕΑΔ) λαμβάνουν κατά μέσο όρο 234 ευρώ, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι (ΤΕΑΔΥ) 185 ευρώ, τα οποία με την προτεινόμενη αύξηση θα διαμορφωθούν στα 191 ευρώ. Στις ΔΕΚΟ, το επικουρικό της ΔΕΗ δίνει 340 ευρώ (350 ευρώ με αύξηση), ενώ του ΟΤΕ 241 ευρώ (248 ευρώ). Στον αντίποδα, το ταμείο του ΤΣΜΕΔΕ καταβάλλει τις χαμηλότερες επικουρικές, μόλις 71 ευρώ καθαρά, αντανακλώντας τις πολύ χαμηλές ιστορικά εισφορές των μηχανικών.
Σχόλιο SBCTV.gr: Τα πλεονάσματα του ΕΤΕΑΕΠ, σε συνδυασμό με τις ανεξόφλητες κρατικές επιχορηγήσεις, αφαιρούν από την κυβέρνηση το επιχείρημα της δημοσιονομικής στενότητας για το πάγωμα των επικουρικών. Το πραγματικό διακύβευμα πλέον είναι πολιτικό: αν θα επιλεγεί η διοχέτευση μέρους του «μαξιλαριού» σε στοχευμένες αυξήσεις που ενισχύουν το εισόδημα κυρίως χαμηλοσυνταξιούχων, ή αν τα πλεονάσματα θα διατηρηθούν ως ασφάλεια για μελλοντικούς κλυδωνισμούς του ασφαλιστικού. Η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής αποκατάστασης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συστήματος θα κρίνει και τον ρυθμό, αλλά και το εύρος των επερχόμενων παρεμβάσεων.







