Η Ελλάδα παραμένει το 2025 σταθερός πόλος έλξης για ξένους αγοραστές, με αιχμή τα διαμερίσματα και τις μονοκατοικίες μεσαίας αξίας, κυρίως για εξοχική ή δεύτερη κατοικία. Τα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς φωτίζουν τη νέα «κανονικότητα» της ζήτησης, με τη Golden Visa να υποχωρεί σε δευτερεύοντα ρόλο.
Η ελληνική αγορά ακινήτων συνεχίζει και το 2025 να προσελκύει έντονο ενδιαφέρον από ξένους αγοραστές, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα παραμένει ένας από τους πιο σταθερούς και ελκυστικούς προορισμούς της Μεσογείου για εξοχική κατοικία και επενδύσεις. Έρευνα της RE/MAX Ελλάς, που βασίζεται σε πραγματικές συναλλαγές του δικτύου της (88 γραφεία, πάνω από 1.200 συμβούλους), αποτυπώνει με σαφήνεια το προφίλ της ζήτησης, τα επίπεδα τιμών και τους παράγοντες που τελικά κρίνουν μια αγοραπωλησία.
Τι αγοράζουν και γιατί – Η υποχώρηση της Golden Visa
Πυρήνας της ζήτησης είναι η χρήση του ακινήτου ως δεύτερη ή εξοχική κατοικία, κίνητρο που δηλώνει το 52% των ξένων αγοραστών. Ακολουθούν οι καθαρά επενδυτικές αγορές (εκμίσθωση ή μεταπώληση) με 30%, ενώ μόλις το 10% προχωρά σε απόκτηση κύριας κατοικίας.
Ενδιαφέρον εύρημα είναι η αποδυνάμωση της Golden Visa ως μοχλού ζήτησης: μόνο το 8% των συναλλαγών έχει ως κίνητρο την απόκτηση άδειας διαμονής. Αυτό δείχνει ότι η ξένη ζήτηση έχει πλέον «αυτονομηθεί» από το επενδυτικό πρόγραμμα και στηρίζεται περισσότερο σε πραγματικές ανάγκες χρήσης και τοποθέτησης κεφαλαίων σε ακίνητα.
Τύπος, ηλικία και μέγεθος ακινήτων – Η κυριαρχία του «μεσαίου»
Ως προς τον τύπο, τα διαμερίσματα παραμένουν πρώτη επιλογή, καλύπτοντας το 38% των αγορών. Ακολουθούν οι μονοκατοικίες με 27% και οι μεζονέτες με 20%. Αντίθετα, τα επαγγελματικά ακίνητα περιορίζονται στο 3%, ενώ τα οικόπεδα αντιστοιχούν στο 9% και τα αγροτεμάχια σε μόλις 3%, στοιχείο που δείχνει ότι οι ξένοι εστιάζουν πρωτίστως σε έτοιμες προς χρήση κατοικίες.
Η συντριπτική πλειονότητα (78%) επιλέγει μεταχειρισμένα ακίνητα, με τα νεόδμητα να αποσπούν 20% και τα πλήρως ανακαινισμένα μόλις 2%. Το μήνυμα προς την αγορά είναι σαφές: το «value for money» υπερισχύει του απόλυτα καινούριου, ειδικά όταν το ακίνητο προορίζεται για εξοχική χρήση ή τουριστική εκμετάλλευση.
Σε όρους εμβαδού, τα ακίνητα 61–100 τ.μ. κυριαρχούν με 75% των αγορών, καλύπτοντας τόσο ανάγκες ιδιοκατοίκησης όσο και επένδυσης. Μικρότερα των 60 τ.μ. και μεσαία 101–150 τ.μ. μοιράζονται από 10% έκαστο, ενώ κατοικίες άνω των 151 τ.μ. περιορίζονται στο 5%. Πρόκειται ουσιαστικά για ζήτηση προσανατολισμένη σε λειτουργικά, όχι υπερπολυτελή, ακίνητα.
Πού «κάθονται» οι τιμές και τι μπλοκάρει τις συναλλαγές
Η καρδιά της αγοράς χτυπά στην κατηγορία 100.001–200.000 ευρώ, όπου συγκεντρώνεται το 47% των συναλλαγών. Ακολουθούν τα ακίνητα αξίας 200.001–300.000 ευρώ με 27%, ενώ το 17% κινείται στο εύρος 50.001–100.000 ευρώ. Οι πολύ φθηνές (έως 50.000 ευρώ) και οι ακριβές κατηγορίες (300.001–500.000 ευρώ και 500.001–1.000.000 ευρώ) περιορίζονται στο 3% η καθεμία, καταδεικνύοντας ότι η ξένη ζήτηση στοχεύει κυρίως στη «μεσαία ζώνη» τιμών.
Καθοριστικός παράγοντας για την ολοκλήρωση μιας συναλλαγής είναι η εύρεση του «σωστού» ακινήτου: το 48% επαναξιολογεί συνολικά τη διαδικασία όταν δεν εντοπίζει άμεσα αυτό που αναζητά. Επιπλέον εμπόδια είναι η περιορισμένη διαθεσιμότητα στην περιοχή ενδιαφέροντος (15%), η άνοδος των τιμών (13%), προσωπικοί λόγοι (12%) και η γραφειοκρατία (8%). Η έλλειψη χρηματοδότησης (1%) και οι αλλαγές σχεδίων (3%) παίζουν σαφώς μικρότερο ρόλο.
Ως προς τον χρόνο λήψης απόφασης, το 34% χρειάζεται 4–6 μήνες, το 24% 2–3 μήνες, ενώ περίπου 2 στους 10 είτε κλείνουν σε λιγότερο από δύο μήνες είτε καθυστερούν πέραν των επτά. Αυτό υποδηλώνει ώριμη, όχι παρορμητική, ζήτηση, με τους ξένους να συγκρίνουν προσεκτικά εναλλακτικές πριν δεσμευτούν.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εικόνα που προκύπτει είναι μιας αγοράς όπου οι ξένοι δεν κυνηγούν πλέον μόνο «χρυσά διαβατήρια» ή trophy assets, αλλά λειτουργικά, μεσαίας αξίας ακίνητα με προοπτική χρήσης και απόδοσης. Αυτό στηρίζει τις τιμές στη μεσαία κατηγορία, πιέζει τη διαθεσιμότητα σε ώριμες περιοχές και αναδεικνύει ως κρίσιμο ζητούμενο την ενίσχυση της προσφοράς ποιοτικών, αλλά όχι υπερτιμημένων κατοικιών, αν η ελληνική αγορά θέλει να διατηρήσει τη διεθνή της ελκυστικότητα χωρίς να εκτροχιάσει περαιτέρω την προσιτότητα για τους εγχώριους αγοραστές.







