Τα έσοδα της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο πενταετίας, καθώς η Δύση σφίγγει τον κλοιό κυρώσεων στην ενεργειακή της βιομηχανία. Ωστόσο, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η οικονομική πίεση δύσκολα θα μεταφραστεί σε πολιτική υποχώρηση του Κρεμλίνου στο ουκρανικό μέτωπο.
Η σταδιακή αλλά πλέον αισθητά εντεινόμενη επίδραση των δυτικών κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο αρχίζει να αποτυπώνεται στα δημόσια οικονομικά της Μόσχας. Το 2025, τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο μειώθηκαν περίπου κατά 20%, φθάνοντας στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων πέντε ετών, ενώ εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού παραμένουν «κολλημένα» σε δεξαμενόπλοια που αναζητούν αγοραστές.
Δευτερογενείς κυρώσεις και κατάρρευση της τιμής του ρωσικού αργού
Η πτώση των παγκόσμιων τιμών πετρελαίου λόγω υπερπροσφοράς και η ισχυροποίηση του ρουβλίου έχουν ήδη περιορίσει την αξία των ρωσικών εξαγωγών σε όρους εγχώριου νομίσματος. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, οι νέες στοχευμένες κυρώσεις των ΗΠΑ στην Rosneft και τη Lukoil –και πλέον και στους τρίτο και τέταρτο μεγαλύτερους εξαγωγείς– έχουν επιδεινώσει δραματικά τη θέση της Ρωσίας στις διεθνείς αγορές.
Το κλειδί είναι οι λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις: όποιος συναλλάσσεται με τις στοχοποιημένες εταιρείες κινδυνεύει να αποκλειστεί από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο για εμπόρους και διυλιστήρια, αναγκάζοντας τη Μόσχα να πουλά με όλο και μεγαλύτερη έκπτωση. Τον Δεκέμβριο, το ρωσικό Urals έπεσε κάτω από τα 40 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που είχαμε να δούμε από τις πρώτες μέρες της πανδημίας.
Παράλληλα, ο μηχανισμός πλαφόν της ΕΕ και της G7 στις θαλάσσιες εξαγωγές ρωσικού αργού –που από 1η Φεβρουαρίου πέφτει κάτω από τα 44 δολάρια το βαρέλι– ενισχύει το χάσμα ανάμεσα στις διεθνείς τιμές και σε όσα εισπράττει τελικά η Ρωσία.
Η «σκιώδης» ναυτιλία και η αποστασιοποίηση Ινδίας και Κίνας
Για να παρακάμψει ασφαλιστικές και ναυτιλιακές απαγορεύσεις, η Μόσχα έχει στηριχθεί σε μια «σκιώδη» αρμάδα γερασμένων δεξαμενόπλοιων αμφίβολης ιδιοκτησίας. Όμως η αυξανόμενη αποφασιστικότητα Ευρωπαίων και Αμερικανών να επιθεωρούν και να δεσμεύουν τέτοια πλοία αυξάνει το μεταφορικό κόστος και πιέζει ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Η Ρωσία βρήκε αρχικά σανίδα σωτηρίας σε Ινδία και Κίνα, που εκμεταλλεύτηκαν τις γενναίες εκπτώσεις. Τώρα όμως, σύμφωνα με οικονομολόγους, ακόμη και αυτοί οι αγοραστές δείχνουν πιο επιφυλακτικοί: η Ινδία μειώνει τους όγκους αγορών, ενώ η Κίνα απαιτεί μεγαλύτερες εκπτώσεις ως αντιστάθμισμα στον κυρωτικό κίνδυνο.
Πώληση περιουσιακών στοιχείων, δημοσιονομικό κενό και κοινωνικό κόστος
Ενδεικτική της πίεσης είναι η απόφαση της Lukoil να πουλήσει σχεδόν όλα τα ξένα περιουσιακά της στοιχεία –εκτός Καζακστάν– στην αμερικανική Carlyle. Αν και η αποεπένδυση αυτή περιορίζει μελλοντικά κέρδη, προσφέρει άμεση ενίσχυση σε πολύτιμα ξένα συναλλαγματικά αποθέματα, κάτι που αναλυτές παρομοιάζουν με «φαγωμάρα του σπόρου» για να επιβιώσει η σημερινή σοδειά.
Η υποχώρηση των ενεργειακών εσόδων έχει ήδη μειώσει τη συμβολή τους στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό σε λιγότερο από 23%, επίπεδο που δεν έχει καταγραφεί εδώ και δύο δεκαετίες. Το 2025 το έλλειμμα έκλεισε γύρω στο 2,6% του ΑΕΠ, ωθώντας την κυβέρνηση σε αυξήσεις φόρων –μεταξύ άλλων άνοδο του ΦΠΑ στο 22% και διεύρυνση της φορολογικής βάσης για μικρές επιχειρήσεις– και σε δραστική περικοπή κοινωνικών δαπανών, που έπεσαν από 38% του προϋπολογισμού το 2021 σε 25%.
Παρά τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες που λειτουργούν ως «ανελκυστήρας» μισθών σε φτωχές περιοχές, η γενικότερη εικόνα είναι επιβράδυνση ανάπτυξης, διψήφια επιτόκια και αυξανόμενο βάρος για τα νοικοκυριά. Το δίλημμα για το Κρεμλίνο είναι σαφές: περισσότερη φορολογία, ακόμη σκληρότερη συμπίεση κοινωνικών δαπανών ή –το πολιτικά πιο δύσκολο– περιορισμός της πολεμικής προσπάθειας.
Η πολιτική διάσταση: οικονομική φθορά χωρίς στρατηγική αναδίπλωση
Παρά τη σωρευτική οικονομική φθορά, οι περισσότεροι αναλυτές δεν βλέπουν στις κυρώσεις παράγοντα ικανό από μόνος του να αλλάξει τη στρατηγική της Μόσχας στην Ουκρανία. Οι αποφάσεις για πόλεμο και ειρήνη παραμένουν αυστηρά προσωποπαγείς, ενώ η ρωσική ηγεσία δείχνει διατεθειμένη να μετακυλίσει το κόστος στον πληθυσμό, ποντάροντας στο ότι τα προηγούμενα χρόνια σχετικής ευημερίας δημιουργούν «μαξιλάρι αντοχής».
Σχόλιο SBCTV.gr: Οι δυτικές ενεργειακές κυρώσεις αποδεικνύονται τεχνικά αποτελεσματικές –διαβρώνουν σταθερά τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα και αυξάνουν το κόστος παράκαμψης– αλλά πολιτικά ανεπαρκείς για να κάμψουν άμεσα τη βούληση του Κρεμλίνου. Για την Ευρώπη, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν «πονάνε» τη ρωσική οικονομία, αλλά αν μπορούν να συνδυαστούν με στρατηγική που μειώνει τον χρόνο και την ένταση του πολέμου, χωρίς να οδηγήσει σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση των αγορών ενέργειας.







