Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος προειδοποιεί ότι η προεκλογική πίεση για μισθολογικές αυξήσεις, σε συνθήκες χαμηλής παραγωγικότητας, μπορεί να αναβιώσει τα λάθη που οδήγησαν στην κρίση. Κεντρική του γραμμή: η ανάπτυξη πρέπει να στηριχθεί στις παραγωγικές επενδύσεις και όχι σε πρόσκαιρη ενίσχυση της κατανάλωσης.
Η παρέμβαση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, έρχεται σε μια στιγμή που η ελληνική οικονομία δείχνει εντυπωσιακή δημοσιονομική επίδοση, αλλά παραμένει ευάλωτη στα δομικά της ελλείμματα. Με ορίζοντα την εκλογική χρονιά του 2027, ο κεντρικός τραπεζίτης στέλνει σαφές μήνυμα: η χώρα δεν έχει περιθώριο να ξαναγυρίσει σε μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στην κατανάλωση και σε μισθολογικές αυξήσεις αποκομμένες από την παραγωγικότητα.
Η παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα κατέρρευσε από το 66% το 2009 στο 50% το 2011 και έκτοτε παρέμεινε στάσιμη. Από το 2019 έως το τέλος του 2024 η σωρευτική βελτίωση είναι μόλις 1 ποσοστιαία μονάδα, με την παραγωγικότητα να φτάνει στο 51%. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία παράγει πολύ λιγότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η προεκλογικά τροφοδοτούμενη πίεση για γενναίες αυξήσεις μισθών, προκειμένου να καλυφθεί η υστέρηση εισοδημάτων και η ακρίβεια που πλήττει χαμηλά και μεσαία στρώματα, κρύβει σοβαρό κίνδυνο. Αν οι μισθοί αυξηθούν πολύ ταχύτερα από την παραγωγικότητα, το αποτέλεσμα θα είναι απώλεια ανταγωνιστικότητας, πιέσεις στον πληθωρισμό και, τελικά, νέα ανισορροπία στα δημόσια οικονομικά.
Η στροφή στις παραγωγικές επενδύσεις
Από το 2019 έως σήμερα, οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν από περίπου 11% του ΑΕΠ σε 17% το 2025, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο στην ΕΕ. Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όπου οι επενδύσεις αντιστοιχούν στο 21% του ΑΕΠ. Ο Στουρνάρας υπογραμμίζει ότι μόνο οι παραγωγικές επενδύσεις –εκείνες που ξεκινούν από «λευκό χαρτί», δημιουργούν νέες μονάδες, τεχνολογία και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας– μπορούν να ανεβάσουν διατηρήσιμα την παραγωγικότητα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι τα τελευταία δύο χρόνια αυξάνονται οι πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις, μετά από μια μακρά περίοδο κυριαρχίας του real estate και των χρηματοοικονομικών εξαγορών. Ωστόσο, το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης στις αρχές φθινοπώρου του 2027 θα φέρει απότομη επιβράδυνση στις δημόσιες επενδύσεις – από 16,6 δισ. ευρώ φέτος σε 9,2 δισ. ευρώ. Αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Μέτρια ανάπτυξη, ισχυρά πλεονάσματα – αλλά αργή σύγκλιση
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 2,1% για το 2026 και το 2027, ελαφρώς χαμηλότερο από τις προβλέψεις του οικονομικού επιτελείου, αλλά με σταθερή επίδοση σε πρωτογενή πλεονάσματα και μείωση χρέους. Παρά τα θετικά αυτά στοιχεία, ο Στουρνάρας επιμένει ότι η σύγκλιση με την ΕΕ παραμένει αργή, εξαιτίας διαρθρωτικών προβλημάτων: δημογραφικό, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, περιορισμένος εξαγωγικός προσανατολισμός και χαμηλές δαπάνες σε έρευνα και τεχνολογία.
Αν αυτά τα ζητήματα δεν αντιμετωπιστούν με συνεκτική στρατηγική, ο κίνδυνος είναι η Ελλάδα να εγκλωβιστεί σε μεσαία ταχύτητα ανάπτυξης, με μόνιμο χάσμα ευημερίας έναντι της Ευρώπης, παρά τη δημοσιονομική πρόοδο.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η παρέμβαση Στουρνάρα είναι σαφώς προληπτική: προειδοποιεί την πολιτική τάξη ότι η «εύκολη λύση» των προεκλογικών παροχών και της κατανάλωσης με δανεικά έχει τελειώσει. Το πραγματικό τεστ ωριμότητας θα είναι αν η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης ευθυγραμμίσουν τις υποσχέσεις τους με ένα μοντέλο ανάπτυξης που βάζει μπροστά την παραγωγικότητα, την καινοτομία και τις εξαγωγές – και όχι την πρόσκαιρη ανακούφιση μέσω μισθών που η οικονομία δεν έχει ακόμη κερδίσει.
#Stournaras #ΤράπεζαΤηςΕλλάδος #επενδύσεις #ανάπτυξη #ελληνική_οικονομία







