Τράπεζες: Πώς έφτασαν τα ευρωπαϊκά επίπεδα κεφαλαίων ενώ μοιράζουν μερίσματα και κάνουν εξαγορές

Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες πέτυχαν κάτι που πριν λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητο: ο δείκτης CET1 τους ευθυγραμμίστηκε με τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών, παρά τα υψηλά μερίσματα, τις εξαγορές και τη μείωση των αναβαλλόμενων φόρων (DTC). Η τελευταία επιθεώρηση του SSM καταγράφει ουσιαστική αναβάθμιση του προφίλ τους, με ισχυρή κερδοφορία και βελτιωμένη ποιότητα κεφαλαίων.

Η πρόσφατη τριμηνιαία αξιολόγηση του SSM για το γ΄ τρίμηνο του 2025 πιστοποιεί ότι οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες έχουν πλέον περάσει σε άλλη κατηγορία. Ο μέσος δείκτης κεφαλαίων κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1) διαμορφώθηκε στο 16,09%, πρακτικά ταυτιζόμενος με τον μέσο ευρωπαϊκό δείκτη 16,10% για τα ιδρύματα που εποπτεύονται άμεσα από την ΕΚΤ.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν συνυπολογιστεί ότι οι τράπεζες: παραμένουν εξαιρετικά κερδοφόρες με διψήφιο RoE, διανέμουν γενναία μερίσματα, χρηματοδοτούν εξαγορές και ταυτόχρονα μειώνουν τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC) που μετρά στο κεφάλαιο, έως και κατά 29% του ποσού των μερισμάτων.

Υψηλή ποιότητα κεφαλαίων και σύγκλιση με την Ευρώπη

Η επίδοση στον CET1 απαντά ταυτόχρονα σε τρία κρίσιμα ερωτήματα εποπτών και επενδυτών: πρώτον, ότι η κερδοφορία και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων δεν είναι συγκυριακές· δεύτερον, ότι η ποιότητα των κεφαλαίων έχει βελτιωθεί, καθώς τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν υποχωρήσει σε ευρωπαϊκά επίπεδα· και τρίτον, ότι η σχέση δαπανών προς έσοδα είναι πλέον ανταγωνιστική σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Για πρώτη φορά, οι ελληνικές τράπεζες ξεπερνούν όχι μόνο τις ισπανικές –όπως συνέβαινε ήδη σε διαδοχικά τρίμηνα– αλλά και τις ιταλικές και γαλλικές, καθώς και μία συστημική τράπεζα στη Σλοβενία, ως προς τον δείκτη CET1. Την ώρα που ο μέσος ευρωπαϊκός δείκτης συνολικών κεφαλαίων παραμένει στο 20,24%, η Ελλάδα παύει να αποτελεί «ουραγό» και εντάσσεται στον πυρήνα της κανονικότητας.

Η ΕΚΤ και ο SSM χρησιμοποιούν τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τα stress tests, για να διαμορφώσουν τις απαιτήσεις Πυλώνα 2 και τις συνολικές κατευθύνσεις εποπτικής πολιτικής. Η συνεπής βελτίωση των ελληνικών τραπεζών για ακόμη ένα τρίμηνο μεταφράζεται σε πρόσθετη αξιοπιστία έναντι των αγορών και εν δυνάμει σε ευνοϊκότερους όρους κεφαλαιακού σχεδιασμού.

Το νέο μείγμα εσόδων και το πλεονέκτημα της «ποιοτικής» κερδοφορίας

Στο εννεάμηνο, οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες εμφάνισαν καθαρά έσοδα ύψους 6,105 δισ. ευρώ και έσοδα από αμοιβές και προμήθειες 1,569 δισ. ευρώ. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 3,462 δισ. ευρώ, με τα καθαρά έσοδα τόκων να αντιστοιχούν στο 75,46% των λειτουργικών εσόδων και τις προμήθειες στο 19,40%.

Σε σχέση με το εννεάμηνο του 2024, το βάρος μετακινείται σταδιακά προς τις προμήθειες, οι οποίες αυξήθηκαν κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο 29% που καταγράφει ο SSM για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Στη Γαλλία τα έσοδα από προμήθειες ξεπερνούν το 34% των λειτουργικών εσόδων, στην Ιταλία το 32%, στη Γερμανία το 31% και στο Βέλγιο το 29%.

Αντιθέτως, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν εξαιρετικά περιορισμένη εξάρτηση από μη επαναλαμβανόμενα έσοδα. Τα κέρδη από trading και επενδύσεις ανέρχονται μόλις στο 1,74% των συνολικών εσόδων, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 7,99%. Στη Γερμανία το ποσοστό αυτό φθάνει το 14,01%, στη Γαλλία το 12,57%, στην Ισπανία το 4,77% και στην Ιταλία το 3,28%.

Η επιλογή αυτή έχει κόστος σε όρους RoE – οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων 12,45%, έναντι 14,70% των ισπανικών και 14,12% των ιταλικών. Όμως η κερδοφορία τους είναι σαφώς πιο «ποιοτική» και επαναλαμβανόμενη, καθώς βασίζεται σε επιτοκιακά έσοδα, προμήθειες, δανειακή επέκταση και εξαγορές, όχι σε βραχυπρόθεσμο trading. Ενδεικτικά, στο εννεάμηνο κατέγραψαν περίπου 49 εκατ. ευρώ ζημιές από παράγωγα, ακριβώς επειδή τα χρησιμοποίησαν ως εργαλεία αντιστάθμισης του κινδύνου επιτοκίων ενόψει μειώσεων της ΕΚΤ.

Σχόλιο SBCTV.gr: Η εξίσωση κεφαλαιακής επάρκειας με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ παράλληλα διανέμονται μερίσματα και μειώνεται ο DTC, σηματοδοτεί ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βγαίνει οριστικά από τη ζώνη «ειδικής μεταχείρισης». Το επόμενο στοίχημα είναι διπλό: αφενός να αυξηθεί το μερίδιο των σταθερών προμηθειών μέσω τραπεζοασφαλιστικών και διαχείρισης κεφαλαίων, αφετέρου να διατηρηθεί η πειθαρχία στον κίνδυνο, ώστε η κερδοφορία να παραμείνει βιώσιμη όταν τα επιτόκια υποχωρήσουν και ο κύκλος της υπερ-απόδοσης από τα καθαρά έσοδα τόκων κλείσει.

#τράπεζες #κεφαλαιακή_επάρκεια #SSM #CET1 #ελληνική_οικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.