Η σερβική Sport Vision, ηγέτιδα στο λιανεμπόριο αθλητικών ειδών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καταγράφει εκρηκτική αύξηση πωλήσεων στην Ελλάδα, αλλά και διπλασιασμό ζημιών στα 5,38 εκατ. ευρώ για το 2024. Τέσσερις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου σε ενάμιση χρόνο, υψηλά λειτουργικά έξοδα και βαριά αποθέματα αναδεικνύουν μια επένδυση που δυσκολεύεται να σταθεί σε μια αγορά σχεδόν μονοπωλημένη από εγχώριους παίκτες.
Πέντε χρόνια μετά την είσοδό της στην Ελλάδα, η Sport Vision Ελλάδας δείχνει όλα τα συμπτώματα μιας επιθετικής αλλά ασύμμετρα δομημένης επέκτασης. Παρά το ισχυρό brand και την κυρίαρχη θέση του ομίλου στα Βαλκάνια, η ελληνική θυγατρική κατέγραψε το 2024 ζημιές 5,38 εκατ. ευρώ, από 2,55 εκατ. ευρώ το 2023, επιδείνωση της τάξης του 110,7%. Και αυτό, ενώ ο τζίρος εκτοξεύτηκε κατά 42,4%, στα 18,58 εκατ. ευρώ.
Ισχυρός όμιλος, αδύναμη τοπική κερδοφορία
Ο όμιλος Sport Vision, με έδρα το Βελιγράδι, διαθέτει πάνω από 600 καταστήματα σε 13 χώρες και απασχολεί άνω των 6.000 εργαζομένων. Στην Ελλάδα, μέσα σε πέντε χρόνια έστησε δίκτυο 24 φυσικών σημείων πώλησης (συμπεριλαμβανομένων outlets) και τριών e-shops, σε όλες τις μεγάλες πόλεις και στο αεροδρόμιο Αθηνών. Το προσωπικό αυξήθηκε από 118 σε 168 εργαζόμενους το 2024, με κόστος μισθοδοσίας 3,77 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, η κλίμακα δεν μεταφράστηκε σε κερδοφορία. Το μικτό κέρδος ανήλθε σε 6,20 εκατ. ευρώ (+22%), αλλά το περιθώριο μικτού κέρδους μειώθηκε από 39% σε 33,4%, ένδειξη έντονου ανταγωνισμού τιμών και πιθανών επιθετικών εκπτώσεων για κερδηθεί μερίδιο αγοράς.
Έκρηξη εξόδων και ανάγκη συνεχούς χρηματοδότησης
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στα λειτουργικά έξοδα. Τα έξοδα διάθεσης αυξήθηκαν κατά 59,8%, στα 8,09 εκατ. ευρώ, ενώ τα διοικητικά έξοδα έφθασαν τα 3,40 εκατ. ευρώ (+19,9%). Συνολικά, το λειτουργικό κόστος στα 11,50 εκατ. ευρώ υπερέβη κατά πολύ το μικτό κέρδος, οδηγώντας σε λειτουργικές ζημιές 5,27 εκατ. ευρώ και σωρευμένες ζημιές εις νέο -9,55 εκατ. ευρώ.
Για να στηριχθεί η δραστηριότητα, ο μέτοχος προχώρησε σε τέσσερις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου από τον Ιανουάριο 2024 έως τον Ιούνιο 2025, συνολικού ύψους 6 εκατ. ευρώ. Το μετοχικό κεφάλαιο από 1,845 εκατ. ευρώ ανήλθε σε 7,845 εκατ. ευρώ, με τις δύο τελευταίες αυξήσεις (2+2 εκατ. ευρώ) να εγκρίνονται μέσα σε μόλις έξι ημέρες, κάτι που αποτυπώνει επείγουσα ανάγκη για ρευστότητα.
Βαριά αποθέματα, ενδοομιλική εξάρτηση και φορολογικός κίνδυνος
Η επιθετική ανάπτυξη του δικτύου συνοδεύτηκε από αποθέματα 12,49 εκατ. ευρώ (+21,4%), τα οποία ήδη υπέστησαν απομείωση 130 χιλ. ευρώ. Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ανήλθαν σε 13,33 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 12,40 εκατ. ευρώ είναι εμπορικές, και μάλιστα 11,77 εκατ. ευρώ προς συνδεδεμένες εταιρείες του ομίλου, κυρίως στη Ρουμανία. Οι αγορές από συνδεδεμένα μέρη έφτασαν τα 12,40 εκατ. ευρώ, δείχνοντας πλήρη εξάρτηση της εφοδιαστικής αλυσίδας από τον όμιλο.
Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν οριακοί (γενική ρευστότητα 1,13, άμεση 0,10), ενώ ο δείκτης λειτουργικών εξόδων προς πωλήσεις στο 128,5% σημαίνει ότι για κάθε 1 ευρώ πωλήσεων δαπανώνται 1,28 ευρώ. Επιπλέον, οι ορκωτοί ελεγκτές διατυπώνουν επιφύλαξη για πέντε ανέλεγκτες φορολογικές χρήσεις (2020-2024), χωρίς σχηματισμό πρόβλεψης για ενδεχόμενους πρόσθετους φόρους.
Ισχυροί ανταγωνιστές και πιθανή έξοδος
Η ελληνική αγορά αθλητικών ειδών, αξίας περίπου 1 δισ. ευρώ μαζί με τα αξεσουάρ, ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από παίκτες όπως η Intersport του ομίλου Fourlis (τζίρος 153,80 εκατ. ευρώ το 2024) και η Cosmos Sport (182,71 εκατ. ευρώ). Απέναντι σε αυτή τη συγκέντρωση, η Sport Vision, παρότι έχει προνομιακή πρόσβαση σε όλες τις σειρές της Nike, δεν κατάφερε να χτίσει κρίσιμη μάζα. Μάλιστα, η αποτυχημένη, σύμφωνα με πληροφορίες, προσπάθεια εξαγοράς της αλυσίδας Zakcret και οι σημερινές ενδείξεις ότι ο όμιλος εξετάζει διέξοδο από την Ελλάδα, δείχνουν ότι το business plan έχει εκτροχιαστεί.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η περίπτωση Sport Vision Ελλάδας είναι κλασικό παράδειγμα διεθνούς λιανεμπορικού ομίλου που υποτίμησε τη δομή και τη συγκέντρωση της εγχώριας αγοράς. Η στρατηγική «πρώτα δίκτυο, μετά κερδοφορία» οδήγησε σε υπερδιόγκωση εξόδων, αποθεμάτων και εξάρτησης από ενδοομιλική πίστωση, χωρίς αντίστοιχο μερίδιο αγοράς. Αν δεν υπάρξει ριζική αναδιάρθρωση – μείωση κόστους, εξορθολογισμός καταστημάτων και πιθανή συμμαχία με τοπικό παίκτη – η έξοδος από την ελληνική αγορά μοιάζει περισσότερο με διαχείριση ζημιών παρά με στρατηγική επιλογή.







