Η προαναγγελθείσα κάθοδος της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα στις επόμενες εθνικές εκλογές «σπάει» την έως τώρα παγωμένη δημοσκοπική εικόνα και αναδιατάσσει βίαια τον χώρο της αντιπολίτευσης. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ισχυρή δυναμική για το κόμμα Καρυστιανού και περαιτέρω κατακερματισμό στον προοδευτικό και ευρύτερο αντισυστημικό χώρο.
Τυπικά, η επόμενη εθνική αναμέτρηση τοποθετείται στο 2027, στο τέλος της συνταγματικής θητείας της κυβέρνησης. Ωστόσο, ο ενδιάμεσος προεκλογικός χρόνος αποδεικνύεται ήδη εξαιρετικά πυκνός, καθώς η είσοδος δύο νέων κομμάτων –της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα– μετατρέπει το μέχρι πρότινος σχεδόν ακίνητο πολιτικό σκηνικό σε κινούμενη άμμο.
Η παγωμένη εικόνα και η νέα μεταβλητή
Μέχρι σήμερα, οι δημοσκοπήσεις αποτύπωναν μια σχετικά σταθερή ισορροπία: η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα με εκτίμηση ψήφου άνω του 30%, ενώ το ΠΑΣΟΚ κινείται σταθερά γύρω στο 12%-14%, χωρίς να καταφέρνει να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης. Τα υπόλοιπα κόμματα, από τα αριστερά έως τη δεξιά, συνθέτουν ένα μωσαϊκό κατακερματισμού, που προϊδεάζει για εκλογές υψηλής πολυκομματικότητας και ενδεχόμενο διπλών καλπών, δεδομένης της επιδίωξης αυτοδυναμίας από τη Νέα Δημοκρατία και της άρνησης του ΠΑΣΟΚ να συζητήσει συνεργασία με την κυβέρνηση.
Η εξίσωση αλλάζει όταν ενσωματωθεί η παράμετρος δύο νέων σχηματισμών. Η Μαρία Καρυστιανού, η οποία χθες παραιτήθηκε από την προεδρία του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών, δηλώνει ότι το κόμμα της οργανώνεται με ταχύτητα και θα είναι έτοιμο έως τις επόμενες κάλπες. Παράλληλα, θεωρείται σχεδόν δεδομένη η κάθοδος του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, με τις επίσημες ανακοινώσεις να τοποθετούνται χρονικά την άνοιξη, πιθανότατα μετά το Πάσχα.
Τα ευρήματα της δημοσκόπησης και οι απώλειες
Δημοσκόπηση της Interview για την ηλεκτρονική εφημερίδα «Political» εξετάζει το υποθετικό αποτύπωμα των δύο νέων κομμάτων. Στην πρόθεση ψήφου, με τη συμμετοχή και των δύο, η εικόνα «ξεπαγώνει» εντυπωσιακά: η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη με 23,9%, αλλά το κόμμα Καρυστιανού αναδεικνύεται δεύτερο με 14,5%, καταλαμβάνοντας de facto τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί στην τρίτη θέση με 10,5%, ενώ το κόμμα Τσίπρα εμφανίζεται στο 10%, σε απόσταση αναπνοής.
Ακολουθούν: ΚΚΕ 5,5%, Ελληνική Λύση 5%, Πλεύση Ελευθερίας 4,5%, Φωνή Λογικής 3,2%, ΜέΡΑ25 2,9%, Κίνημα Δημοκρατίας 2,5%, ΣΥΡΙΖΑ μόλις 2,3%, Νίκη 1,4% και Νέα Αριστερά 1%. Σε σύγκριση με τη σημερινή εκτίμηση ψήφου χωρίς τα νέα κόμματα (Ν.Δ. 32,4%, ΠΑΣΟΚ 14,9%, ΚΚΕ 7,3%, Πλεύση 7,3%, Ελληνική Λύση 7%, ΜέΡΑ25 4,5%, Φωνή Λογικής 4,2%, ΣΥΡΙΖΑ 4,1%, Κίνημα Δημοκρατίας 3,3%, Νίκη 1,8%, Νέα Αριστερά 1,3%), οι απώλειες είναι μετρήσιμες και πολιτικά ηχηρές.
Συγκεκριμένα, η Νέα Δημοκρατία χάνει 2,5 μονάδες, το ΠΑΣΟΚ 1,6, το ΚΚΕ 0,5, η Ελληνική Λύση 0,7, η Πλεύση Ελευθερίας 1,4, το ΜέΡΑ25 1,6 (έμμεσα μέσω ανακατανομών), η Φωνή Λογικής 0,2, η Νίκη 0,1 και ο ΣΥΡΙΖΑ 1,1 μονάδες, επιβεβαιώνοντας ότι οι νέες κινήσεις «τραβούν» ψηφοφόρους από ένα ευρύ φάσμα κομμάτων, με ιδιαίτερη αιμορραγία στον ήδη κατακερματισμένο προοδευτικό χώρο.
Νέα ισορροπία δυνάμεων και σενάρια
Εφόσον τα ευρήματα αυτά αποκτήσουν μονιμότερα χαρακτηριστικά, ο χάρτης της αντιπολίτευσης ανασχεδιάζεται: το ΠΑΣΟΚ απειλείται ευθέως στον ρόλο του ως δεύτερου πόλου, ο ΣΥΡΙΖΑ υποβαθμίζεται σε μονοψήφιο κόμμα, ενώ η είσοδος του Τσίπρα με νέο σχήμα δημιουργεί επιπλέον πίεση σε όλες τις δυνάμεις που διεκδικούν «αντισυστημική» ή «αντι-Μητσοτακική» ψήφο.
Ταυτόχρονα, η Νέα Δημοκρατία, παρότι διατηρεί σαφές προβάδισμα, βλέπει τη δυνατότητα άνετης αυτοδυναμίας να δυσκολεύει, ενισχύοντας τα σενάρια δεύτερης αναμέτρησης. Η πολιτική ρευστότητα αναμένεται να οξυνθεί όσο πλησιάζουν οι επίσημες ανακοινώσεις Τσίπρα και η οργανωτική ωρίμανση του κόμματος Καρυστιανού.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εκρηκτική άνοδος ενός ανώριμου ακόμη σχήματος όπως αυτό της Καρυστιανού και η παράλληλη επιβίωση Τσίπρα με νέο κόμμα δείχνουν ότι η κρίση εκπροσώπησης στην αντιπολίτευση βαθαίνει. Αν η τάση παγιωθεί, η επόμενη κάλπη θα κριθεί λιγότερο στο κλασικό δίπολο κυβέρνησης–αντιπολίτευσης και περισσότερο στη μάχη επιβίωσης μεταξύ των ίδιων των αντιπολιτευτικών πόλων, με κίνδυνο μια Βουλή γεμάτη μικρές, ασταθείς δυνάμεις και περιορισμένη δυνατότητα παραγωγής σταθερών κυβερνητικών λύσεων.







