Ρεύμα στην Ελλάδα: Κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά με κρυφές πιέσεις στο κόστος

Η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τα ελληνικά νοικοκυριά βρέθηκε τον Δεκέμβριο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και του συνόλου των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, σύμφωνα με τον δείκτη HEPI. Πίσω όμως από τη θετική σύγκριση, παραμένουν οι ανισορροπίες στη δομή των τιμολογίων και ο κίνδυνος νέων αναταράξεων στις αγορές ενέργειας.

Η τελευταία έκθεση του Household Energy Price Index (HEPI) καταγράφει μια σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα «θετική» είδηση: η Αθήνα εμφανίζει χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τον Δεκέμβριο, η μέση τελική τιμή διαμορφώθηκε στα 24,34 λεπτά ανά κιλοβατώρα, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ-27 ήταν 25,73 λεπτά/kWh και ο μέσος όρος των 33 ευρωπαϊκών πρωτευουσών στα 24,58 λεπτά/kWh.

Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη

Η κατάταξη αυτή έχει βαρύνουσα σημασία, καθώς προκύπτει μετά από τριετία ακραίων διακυμάνσεων στις τιμές ενέργειας και έντονης κοινωνικής πίεσης από τους λογαριασμούς ρεύματος. Η Ελλάδα, που βρέθηκε στο επίκεντρο της ενεργειακής κρίσης με εκτίναξη τιμών στη χονδρική αγορά, εμφανίζεται πλέον σε μια ενδιάμεση αλλά ευνοϊκή θέση σε επίπεδο λιανικής για τα νοικοκυριά.

Η έκθεση του HEPI αναδεικνύει και το εύρος των αποκλίσεων στην Ευρώπη: από πρωτεύουσες όπως το Βερολίνο και η Κοπεγχάγη, όπου οι τιμές βρίσκονται στην κορυφή της κλίμακας, έως χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ή εκτός ΕΕ, όπου το κόστος παραμένει σημαντικά χαμηλότερο. Η διακύμανση ξεπερνά τον τετραπλάσιο λόγο, επιβεβαιώνοντας ότι η «ενιαία» ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας παραμένει στην πράξη κατακερματισμένη.

Για την Αθήνα, η τιμή παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με τον Νοέμβριο, αντανακλώντας μια φάση σχετικής σταθεροποίησης. Ωστόσο, σε επίπεδο ΕΕ, το HEPI καταγράφει ετήσια άνοδο περίπου 5% στους λογαριασμούς των νοικοκυριών σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, ένδειξη ότι η κρίση μπορεί να έχει εκτονωθεί αλλά δεν έχει τελειώσει.

Η δομή του λογαριασμού και οι προκλήσεις για την επόμενη μέρα

Κρίσιμο στοιχείο της ανάλυσης είναι η αποσύνθεση της τελικής τιμής. Κατά μέσο όρο στην Ευρώπη, περίπου το 50% του λογαριασμού ρεύματος αφορά το καθαρά ενεργειακό σκέλος, ενώ το υπόλοιπο επιμερίζεται σε ρυθμιζόμενες χρεώσεις δικτύου, φόρους και ΦΠΑ. Η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια ήταν ο βασικός παράγοντας που συγκράτησε τις τιμές, όμως οι διαφορές στη φορολογία και στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις εξακολουθούν να δημιουργούν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ χωρών.

Τον Δεκέμβριο, μόνο 5 από τις 33 πρωτεύουσες που παρακολουθεί το HEPI κατέγραψαν αυξήσεις –κυρίως στη Νότια Ευρώπη (Λισαβόνα, Μαδρίτη, Ρώμη, Βιέννη, Βίλνιους)– με τις ανατιμήσεις να αποδίδονται τόσο στο ενεργειακό σκέλος όσο και σε φορολογικές επιβαρύνσεις. Αντίθετα, σε αγορές όπως η Στοκχόλμη, το Ελσίνκι, το Άμστερνταμ, οι Βρυξέλλες και το Λονδίνο, σημειώθηκαν μειώσεις, ως αντανάκλαση χαμηλότερων τιμών στη χονδρική.

Για την Ελλάδα, το γεγονός ότι βρίσκεται σήμερα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν αναιρεί τις διαρθρωτικές αδυναμίες: υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, αργή ωρίμανση επενδύσεων σε αποθήκευση και δίκτυα, καθώς και μια αγορά λιανικής που ακόμη αναζητά σταθερούς κανόνες τιμολόγησης και διαφάνειας προς τον καταναλωτή.

Σχόλιο SBCTV.gr: Η βελτιωμένη σχετική θέση της Ελλάδας στις τιμές ρεύματος είναι περισσότερο στιγμιότυπο μιας συγκυρίας παρά απόδειξη δομικής θωράκισης. Αν η πολιτική δεν περάσει από τη διαχείριση της κρίσης σε μακροπρόθεσμη στρατηγική –με έμφαση σε ΑΠΕ, αποθήκευση, δίκτυα και εξορθολογισμό φόρων– ο σημερινός «μέσος όρος κάτω από την Ευρώπη» μπορεί πολύ εύκολα να αποδειχθεί προσωρινό στατιστικό προνόμιο.

#ενέργεια #ηλεκτρικό_ρεύμα #τιμές #νοικοκυριά

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.