Η δικηγόρος Λίζα Μπλουμ, εκπροσωπώντας 11 θύματα του Τζέφρι Έπσταϊν, μετατρέπει την υπόθεση από ένα ατομικό σκάνδαλο σε κατηγορητήριο κατά θεσμών, τραπεζών και ενός ολόκληρου ανδρικού δικτύου εξουσίας. Παράλληλα υπερασπίζεται τη δική της αμφιλεγόμενη διαδρομή, από τη συνεργασία με τον Χάρβεϊ Γουάινστιν μέχρι τη σημερινή της εικόνα ως «μαχήτριας» των θυμάτων.
Η υπόθεση Τζέφρι Έπσταϊν έχει πάψει προ πολλού να αφορά μόνο έναν κακοποιό. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το πώς ένα δίκτυο ισχυρών ανδρών, θεσμών και χρηματοπιστωτικών οργανισμών διευκόλυνε ή αγνόησε συστηματικά τη σεξουαλική κακοποίηση ανήλικων κοριτσιών. Σε αυτό το πεδίο κινείται η Λίζα Μπλουμ, η Καλιφορνέζα δικηγόρος που εδώ και περίπου 40 χρόνια ειδικεύεται στην εκπροσώπηση θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας.
Η Μπλουμ εκπροσωπεί 11 επιζήσασες του Έπσταϊν και έχει ήδη εξασφαλίσει αποζημιώσεις από την περιουσία του, αλλά και από την τράπεζα JP Morgan, με ποσά που κυμαίνονται από εκατοντάδες χιλιάδες έως εκατομμύρια δολάρια. Πλέον στρέφει τα πυρά της απευθείας στην καρδιά του αμερικανικού κράτους: το FBI.
Η αγωγή κατά του FBI και η ευθύνη των θεσμών
Τον Δεκέμβριο η Μπλουμ κατέθεσε, για λογαριασμό οκτώ πελατισσών της, αγωγή κατά του FBI, υποστηρίζοντας ότι η ομοσπονδιακή υπηρεσία αγνόησε αξιόπιστες καταγγελίες για τον Έπσταϊν ήδη από το 1996. Σύμφωνα με το δικόγραφο, πράκτορας του FBI φέρεται να έκλεισε το τηλέφωνο σε μία από τις πρώτες γυναίκες που προσπάθησαν να καταγγείλουν τον χρηματιστή – και δεν υπήρξε καμία συνέχεια.
Αν το FBI είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, υποστηρίζει η αγωγή, «εκατοντάδες γυναίκες θα μπορούσαν να είχαν προστατευθεί». Για τη Μπλουμ, το σκάνδαλο δεν είναι μόνο οι πράξεις ενός άνδρα, αλλά το γεγονός ότι «τόσοι πολλοί ισχυροί άνδρες υπήρξαν διευκολυντές» και ότι το σύστημα δικαιοσύνης λειτούργησε διαφορετικά επειδή ο Έπσταϊν ήταν πλούσιος και διασυνδεδεμένος.
Η ίδια αποδίδει σκληρή κριτική και στην JP Morgan, την οποία χαρακτηρίζει «αηδιαστική» για την ανοχή σε ύποπτες κινήσεις μετρητών, καθώς και στην αργή, διστακτική αντίδραση του βρετανικού παλατιού στην υπόθεση του πρίγκιπα Άντριου. Στο επίκεντρο της κριτικής της βρίσκεται η συστημική αδιαφορία για τα θύματα: «Όταν οι άνθρωποι φαίνονται να μη νοιάζονται για τα θύματα, είναι επειδή πραγματικά δεν νοιάζονται», σημειώνει.
Η αμφιλεγόμενη καριέρα και το επιχειρηματικό μοντέλο των αποζημιώσεων
Η Μπλουμ δεν είναι αμιγώς ηρωική φιγούρα. Το βιογραφικό της βαρύνεται από τη συνεργασία της το 2016 με τον Χάρβεϊ Γουάινστιν, όταν –πριν ξεσπάσει πλήρως το σκάνδαλο– τον συμβούλευε πώς να αποδομήσει τις καταγγέλλουσες. Η ίδια μιλά για «κολοσσιαίο λάθος», υποστηρίζοντας ότι διέκοψε τη συνεργασία μόλις εμφανίστηκαν δημόσιες καταγγελίες και ότι οι πελάτισσές της σήμερα δεν ενδιαφέρονται για το ποιον έχει εκπροσωπήσει στο παρελθόν, αλλά «για το πώς θα κερδίσουν την υπόθεσή τους».
Το επιχειρηματικό μοντέλο του γραφείου της –προμήθεια 33%-45% από τις αποζημιώσεις, με ανώτατο όριο περίπου 50% σε εξαιρετικά δαπανηρές υποθέσεις– προκαλεί επίσης αντιδράσεις. Ακτιβίστριες όπως η Ζέλντα Πέρκινς προειδοποιούν ότι η σύνδεση αμοιβής και υψηλών συμβιβασμών, συχνά με ρήτρες εμπιστευτικότητας, μπορεί να οδηγήσει σε σιωπή θυμάτων και σε διαιώνιση της ατιμωρησίας.
Η Μπλουμ αντιτείνει ότι δεν θα πίεζε ποτέ κάποιον σε NDA, επικαλούμενη και νέες νομοθετικές περιοριστικές ρυθμίσεις σε Νέα Υόρκη και Καλιφόρνια. Υποστηρίζει ότι η πλειονότητα των πελατών της επιθυμεί ανωνυμία και κλειστές συμφωνίες, καθώς στις ΗΠΑ η προστασία της ταυτότητας των θυμάτων δεν είναι αυτόματη. Τονίζει, δε, ότι τα χρήματα έχουν απτό αποκαταστατικό αποτέλεσμα: χρηματοδοτούν σπουδές, ψυχοθεραπεία, αλλαγή καριέρας, ασφαλέστερη στέγη.
Το «σύστημα Έπσταϊν» και η πολιτική διάσταση
Η σταδιακή δημοσιοποίηση εκατομμυρίων σελίδων εγγράφων για τον Έπσταϊν αποκαλύπτει, κατά τη Μπλουμ, ένα πλέγμα σχέσεων που εκτείνεται από τραπεζίτες και πολιτικούς μέχρι μέλη βασιλικών οικογενειών. Θεωρεί ότι η διστακτικότητα του FBI να λάβει καταθέσεις για τον ρόλο του πρίγκιπα Άντριου, αλλά και η προνομιακή μεταχείριση της Γκισλέιν Μάξγουελ, υπονομεύουν την αξιοπιστία της δικαιοσύνης.
Δεν κρύβει ότι στον «ιδανικό της κόσμο» θα υπήρχε κοινοβουλευτική έρευνα και για τον ρόλο του Ντόναλντ Τραμπ στη σχέση του με τον Έπσταϊν, με τον πρώην πρόεδρο να καλείται να καταθέσει όπως κάθε πολίτης. Παράλληλα, ανησυχεί για ένα ευρύτερο κοινωνικό κλίμα οπισθοδρόμησης: άνοδος συντηρητικών προτύπων για τις γυναίκες, κουλτούρα «τεχνο-ματσισμού» στην πολιτική, και εκλογικό σώμα που ανέχεται τη σεξιστική ρητορική.
Στο μεταξύ, η Μπλουμ και η μητέρα της, Γκλόρια Όλρεντ –επίσης εμβληματική, αλλά αμφιλεγόμενη φιγούρα του #MeToo– συνεχίζουν να χτίζουν ένα οικογενειακό brand «φεμινιστικής δικηγορίας», το οποίο ταλαντεύεται ανάμεσα στην πραγματική ενδυνάμωση των θυμάτων και στην εμπορευματοποίηση της δικαιοσύνης.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μπλουμ υπενθυμίζει ότι ακόμη και οι πιο «προοδευτικές» μάχες για τα δικαιώματα διαμεσολαβούνται από ισχυρά οικονομικά και επικοινωνιακά συμφέροντα. Η σύγκρουση δεν είναι μόνο ανάμεσα σε θύτες και θύματα, αλλά και ανάμεσα σε ένα νομικό-χρηματοπιστωτικό σύμπλεγμα που μπορεί να μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε διαπραγμάτευση τιμής. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου τα σκάνδαλα σεξουαλικής κακοποίησης μόλις τα τελευταία χρόνια βγαίνουν στην επιφάνεια, το αμερικανικό παράδειγμα λειτουργεί ως προειδοποίηση: χωρίς θεσμική διαφάνεια, ισχυρή εποπτεία τραπεζών και πραγματική λογοδοσία της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, η «κουλτούρα της ατιμωρησίας» θα συνεχίσει να προστατεύει τους ισχυρούς, ακόμη κι αν αλλάζουν τα πρόσωπα και τα hashtags.





