Η σύλληψη 54χρονου σμηνάρχου της Πολεμικής Αεροπορίας για διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών προς την Κίνα φωτίζει μια από τις πιο σοβαρές υποθέσεις στρατιωτικής κατασκοπείας των τελευταίων ετών. Η επιχείρηση της ΕΥΠ και του ΓΕΕΘΑ εντάσσεται σε ευρύτερο ευρωπαϊκό πλέγμα αντικατασκοπευτικών δράσεων έναντι Κίνας και Ρωσίας.
Μια άκρως ανησυχητική εικόνα για το βάθος της διείσδυσης ξένων υπηρεσιών σε κρίσιμες δομές της ελληνικής άμυνας αναδεικνύει η υπόθεση του 54χρονου σμηνάρχου, ο οποίος κατηγορείται ότι πωλούσε διαβαθμισμένες πληροφορίες τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρονικού πολέμου στην Κίνα. Ο αξιωματικός, διοικητής της 128 Σμηναρχίας Εκπαίδευσης Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών (128 ΣΕΤΗ) στο Καβούρι, εμφανιζόταν ως πρόσωπο υπεράνω πάσης υποψίας, με υψηλή τεχνική κατάρτιση και κομβικές τοποθετήσεις σε θέσεις με πρόσβαση σε ευαίσθητα επιχειρησιακά δεδομένα.
Το προφίλ, η στρατολόγηση και ο μηχανισμός διαρροής
Ο σμήναρχος είχε χειριστεί, από θέσεως, ζητήματα υψηλής τεχνολογίας της άμυνας, κρυπτογραφημένων επικοινωνιών και ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ διέθετε πιστοποίηση ΝΑΤΟ και πρόσβαση σε επιχειρησιακά προγράμματα της Πολεμικής Αεροπορίας. Ακριβώς αυτό το προφίλ τον καθιστούσε, σύμφωνα με τις αρχές ασφαλείας, ιδανικό στόχο στρατολόγησης για μια χώρα εκτός ΝΑΤΟ, όπως η Κίνα.
Οι πρώτες ενδείξεις ότι ενδεχομένως δρα ως κατάσκοπος έφτασαν στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) από τη CIA. Από τον Οκτώβριο ο αξιωματικός τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση από την ΕΥΠ και τη Διοίκηση Κυβερνοασφάλειας του ΓΕΕΘΑ, με στόχο τη χαρτογράφηση των επαφών του και τη συλλογή αδιάσειστων ψηφιακών τεκμηρίων.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, ο 54χρονος είχε πραγματοποιήσει ιδιωτικό ταξίδι στην Κίνα, ενώ η αποστολή των διαβαθμισμένων εγγράφων και σχεδίων γινόταν μέσω δεύτερου, αδήλωτου κινητού τηλεφώνου. Με τη συσκευή αυτή φωτογράφιζε τα έγγραφα και, αξιοποιώντας κρυπτογραφημένο λογισμικό, τα προωθούσε στον Κινέζο «χειριστή» του στην ασιατική χώρα.
Η αιφνιδιαστική σύλληψη και το «σπάσιμο»
Η επιχείρηση σύλληψης σχεδιάστηκε ώστε να μην υπάρξει χρόνος καταστροφής στοιχείων. Κλιμάκια της ΕΥΠ και της Διοίκησης Κυβερνοασφάλειας του ΓΕΕΘΑ εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά έξω από το γραφείο του σμηνάρχου. Ειδική συσκευή εντόπισε το δεύτερο, μη δηλωμένο κινητό, στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το λογισμικό κατασκοπείας και αποθηκευμένα τα αρχεία που είχαν σταλεί στην Κίνα.
Ειδικός αξιωματικός, με υψηλή εξειδίκευση στα ηλεκτρονικά, κατάφερε σε σύντομο χρόνο να παρακάμψει τους κωδικούς ασφαλείας της συσκευής και να αρχίσει την ανάκτηση αρχείων. Εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές, ο 54χρονος «έσπασε», ομολόγησε και κατονόμασε τον Κινέζο σύνδεσμό του. Ο συνήγορός του, Βασίλης Χειρδάρης, δηλώνει ότι ο πελάτης του είναι ψύχραιμος και θα μιλήσει αναλυτικά ενώπιον του ανακριτή.
Ο σμήναρχος κατηγορείται για συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατηγικής σημασίας με κίνδυνο βλάβης των εθνικών συμφερόντων. Αντιμετωπίζει ποινές κάθειρξης από 6 μήνες έως και ισόβια, ενώ, βάσει του άρθρου 298 του νέου Ποινικού Κώδικα, είναι δυνατή ακόμη και η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας. Μέχρι την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου, οπότε και θα απολογηθεί, κρατείται στις εγκαταστάσεις της Αερονομίας στον Καρέα.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο αντικατασκοπείας και επόμενα βήματα
Η υπόθεση δεν είναι μεμονωμένη, αλλά εντάσσεται στη διαρκή επιχείρηση «Counterintelligence» που υλοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Στόχος είναι η εξάρθρωση δικτύων κατασκόπων που δρουν υπέρ Κίνας ή Ρωσίας και κατά των συμφερόντων του ΝΑΤΟ. Στο ίδιο πλαίσιο έχουν αποκαλυφθεί και δίκτυα κινεζικής κατασκοπείας, μεταξύ άλλων, στη Γαλλία.
Στην Ελλάδα, οι αρχές εξετάζουν ήδη τη διασύνδεση του 54χρονου με ακόμη ένα «πρόσωπο-κλειδί» και δύο απόστρατους αξιωματικούς, οι οποίοι φέρονται να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους με την Κίνα. Η ΕΥΠ και η Διοίκηση Κυβερνοασφάλειας κινούνται μεθοδικά, επιδιώκοντας πλήρη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενου κατηγορητηρίου πριν προχωρήσουν σε νέες συλλήψεις.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει ότι το πραγματικό «μαλακό υπογάστριο» της εθνικής ασφάλειας δεν είναι μόνο τα εξοπλιστικά κενά, αλλά η ανθρώπινη ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των θεσμών απέναντι σε στοχευμένη διείσδυση ξένων υπηρεσιών· η επόμενη μέρα θα κριθεί από το αν το κράτος θα μετατρέψει το σκάνδαλο σε αφορμή για βαθύ, διακλαδικό έλεγχο και αναβάθμιση των μηχανισμών αντικατασκοπείας.






