Σημαντική βελτίωση της θέσης της Ελλάδας στους διεθνείς δείκτες διαφάνειας καταγράφει η νέα έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, την οποία αξιοποιεί πολιτικά ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος. Η κυβέρνηση μιλά για «σταθερή τροχιά προόδου» στο κράτος δικαίου, θέτοντας φιλόδοξο στόχο για το 2030.
Τη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της Ελλάδας στα ζητήματα διαφάνειας και καταπολέμησης της διαφθοράς αναδεικνύει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, με αφορμή τη φετινή ετήσια έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για το 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η χώρα ανεβαίνει τρεις θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη, από τη 59η στη 56η, σε σύνολο 182 χωρών.
Πέρα από τη συγκυριακή βελτίωση, ο υπουργός επιχειρεί να αναδείξει μια ευρύτερη τάση αναβάθμισης της χώρας από το 2019 και μετά, συνδέοντάς την ευθέως με τις κυβερνητικές πολιτικές της τελευταίας επταετίας.
Η επταετία 2019-2026 και η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ
Όπως υπενθυμίζει ο Άκης Σκέρτσος, στην έκθεση του 2019 (για το έτος 2018) η Ελλάδα βρισκόταν στη 67η θέση με 45 βαθμούς σε σύνολο 180 χωρών. Στην έκθεση του 2026 (για το έτος 2025) καταγράφεται πλέον στη 56η θέση με 50 βαθμούς, σε 182 χώρες. Πρόκειται για βελτίωση 11 θέσεων και πέντε μονάδων στον σχετικό δείκτη μέσα σε επταετία.
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία αποδίδει ο υπουργός στη σχετική θέση της Ελλάδας εντός της ΕΕ. Το 2019, η χώρα είχε –όπως σημειώνει– τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ των 27, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία. Σήμερα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, βρίσκεται στην 21η θέση, έχοντας ξεπεράσει έξι κράτη-μέλη: Σλοβακία, Ρουμανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Κροατία και Βουλγαρία.
Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να τεκμηριώσει ότι η Ελλάδα έχει πάψει να είναι «ουραγός» στους ευρωπαϊκούς δείκτες διαφάνειας, ακόμη κι αν εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου όρου της Ένωσης.
Στόχος για το 2030 και πολιτική ανάγνωση
Ο Άκης Σκέρτσος θέτει ως επόμενο ορόσημο το 2030, διακηρύσσοντας ότι «στόχος είναι να βρεθούμε πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μεταξύ των 12 καλύτερων μελών της ΕΕ». Τοποθετεί έτσι τη συζήτηση για τη διαφάνεια και το κράτος δικαίου σε έναν μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, επιχειρώντας να παρουσιάσει μια συνεκτική στρατηγική μεταρρυθμίσεων στους θεσμούς και στη δημόσια διοίκηση.
Στο πολιτικό επίπεδο, ο υπουργός πλαισιώνει τα στοιχεία με ένα ευρύτερο αφήγημα: κάνει λόγο για «αγώνα για καλύτερη Δημοκρατία με πιο ανθεκτικούς, διαφανείς και αποτελεσματικούς θεσμούς» και συνδέει ευθέως τη βελτίωση των δεικτών διαφάνειας με μια οικονομία και κοινωνία «με λιγότερες ανισότητες και περισσότερη ευημερία για τους πολλούς».
Η ρητορική αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιστρέψει την κριτική για ζητήματα κράτους δικαίου, αξιοποιώντας διεθνείς δείκτες ως αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης. Ωστόσο, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει και η επίτευξη του στόχου για το 2030 θα απαιτήσει συνέχιση –και μετρήσιμη τεκμηρίωση– μεταρρυθμίσεων σε κρίσιμους τομείς, από τη δικαιοσύνη και τις προμήθειες του Δημοσίου έως τη λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας.
Σχόλιο
: Η επίκληση διεθνών δεικτών διαφάνειας ενισχύει το κυβερνητικό αφήγημα περί θεσμικής αναβάθμισης, αλλά ταυτόχρονα ανεβάζει και τον πήχη: όσο η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, η συζήτηση για το κράτος δικαίου δεν μπορεί να κλείσει με αριθμούς, αλλά θα κριθεί στην πράξη από την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης, την ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και την πραγματική λογοδοσία σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος.






