Η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025 καταγράφει ιστορικό επιδείνωσης στην επάρκεια του εισοδήματος, με έξι στα δέκα νοικοκυριά να μην «βγάζουν» τον μήνα. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα διαβρώνει πλέον όχι μόνο τα χαμηλά αλλά και τα μεσαία εισοδήματα, ενισχύοντας την οικονομική ανασφάλεια.
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό πορτρέτο της οικονομικής κατάστασης των ελληνικών νοικοκυριών σκιαγραφεί η 14η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης το 2025. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η ακρίβεια σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες έχει μετατραπεί σε μόνιμο μηχανισμό διάβρωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, με τις πιέσεις να επεκτείνονται πλέον έντονα στα μεσαία στρώματα.
Το εισόδημα «τελειώνει» στη μέση του μήνα
Κεντρικό εύρημα της έρευνας αποτελεί το αρνητικό ρεκόρ επάρκειας του μηνιαίου εισοδήματος. Έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι τα χρήματά τους δεν επαρκούν μέχρι το τέλος του μήνα· κατά μέσο όρο, το εισόδημα καλύπτει μόλις 18 ημέρες. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει όχι μόνο την ένταση των πληθωριστικών πιέσεων, αλλά και τη σωρευτική τους επίδραση μετά από διαδοχικά έτη αυξήσεων σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα.
Περισσότερο από το 50% των νοικοκυριών αναγκάζεται να προχωρά σε περικοπές ακόμη και σε βασικές ανάγκες. Ειδικότερα, το 54% δηλώνει ότι περιορίζει δαπάνες προκειμένου να καλύψει στοιχειώδεις υποχρεώσεις, ενώ ένα 12,1% αναφέρει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί ούτε για τα απολύτως αναγκαία. Η αποταμίευση έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί από τον οικογενειακό προϋπολογισμό, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την ανθεκτικότητα απέναντι σε μελλοντικά σοκ.
Έντονες ανισότητες και κλιμακούμενη ανασφάλεια
Οι ανισότητες παραμένουν δομικό χαρακτηριστικό της εικόνας. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά βρίσκονται στη δυσμενέστερη θέση, βιώνοντας οξύτερα τις συνέπειες της ακρίβειας. Ωστόσο, η φετινή έρευνα καταγράφει σαφή μετατόπιση της πίεσης προς τα μεσαία εισοδήματα, τα οποία παραδοσιακά λειτουργούσαν ως «μαξιλάρι» κατανάλωσης για την οικονομία.
Η οικονομική ανασφάλεια είναι εκτεταμένη: το 55,7% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν μπορεί ή δυσκολεύεται πολύ να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500 ευρώ. Σχεδόν ένα στα δύο νοικοκυριά εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση θα επιδεινωθεί μέσα στον επόμενο χρόνο, γεγονός που ενισχύει την απαισιοδοξία και περιορίζει περαιτέρω την προθυμία για κατανάλωση και επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο (εκπαίδευση, κατάρτιση).
Ανεπαρκή μέτρα, ανάγκη για δομικές παρεμβάσεις
Η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι τα υφιστάμενα μέτρα στήριξης κρίνονται από την κοινωνία ως ανεπαρκή για να αντισταθμίσουν τις απώλειες αγοραστικής δύναμης. Στο επίκεντρο των προτάσεων τίθενται παρεμβάσεις δομικού χαρακτήρα: στοχευμένες αυξήσεις μισθών, φορολογικές ελαφρύνσεις για τα πιο πιεσμένα στρώματα και αποτελεσματικότερος έλεγχος των τιμών, ιδίως σε αγορές με ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά.
Η έρευνα υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της πράξης «Ανάπτυξη μηχανισμών και εφαρμογή δράσεων στήριξης της προσαρμοστικότητας και της ανθεκτικότητας των ΜΜΕ και του ανθρώπινου δυναμικού τους» (ΟΠΣ 6003486), η οποία συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα μέσω του προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα 2021-2027». Η σύνδεση της κοινωνικής πραγματικότητας των νοικοκυριών με την ανθεκτικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αναδεικνύει ότι η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει κρίσιμος πυλώνας για τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας.
Σχόλιο
: Τα ευρήματα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επιβεβαιώνουν ότι η «μεταμνημονιακή κανονικότητα» παραμένει εύθραυστη: χωρίς ουσιαστική ενίσχυση μισθών, στοχευμένη φορολογική αποσυμπίεση και πραγματικό ανταγωνισμό στις αγορές, η ακρίβεια κινδυνεύει να παγιωθεί ως μόνιμο καθεστώς φτωχοποίησης της μεσαίας τάξης.






