Η Αττική αναβαθμίζει θεαματικά το ξενοδοχειακό της προϊόν, με ισχυρή ενίσχυση των μονάδων υψηλής κατηγορίας και συρρίκνωση των χαμηλότερων. Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνουν τη μετατροπή της Αθήνας σε μητροπολιτικό προορισμό city break και συνεδριακού τουρισμού.
Η ξενοδοχειακή αγορά της Αττικής βρίσκεται σε φάση βαθιάς αναδιάρθρωσης, με σαφή μετατόπιση προς τις ανώτερες κατηγορίες. Σύμφωνα με την «Ετήσια Έκθεση Ανταγωνιστικότητας και Διαρθρωτικής Προσαρμογής στον Τομέα του Τουρισμού: Περιφέρεια Αττικής, 2025» του ΙΝΣΕΤΕ, ο αριθμός των δωματίων σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων έχει αυξηθεί κατά 40% σε σχέση με το 2010, ενώ ισχυρή άνοδος καταγράφεται και στα τεσσάρων αστέρων (+34%).
Την ίδια ώρα, οι μονάδες χαμηλότερης κατηγορίας υποχωρούν, καθώς η αγορά «ψηφίζει» αναβάθμιση και υψηλότερη μέση δαπάνη ανά επισκέπτη.
Αναδιάρθρωση δυναμικότητας και βαρύτητα στην ανώτερη κατηγορία
Η Περιφέρεια Αττικής συγκεντρώνει το 7% των ξενοδοχειακών μονάδων της χώρας, αλλά το 8% των δωματίων και των κλινών, στοιχείο που δείχνει μεγαλύτερο μέσο μέγεθος μονάδων σε σχέση με άλλες περιοχές. Συνολικά λειτουργούν 715 ξενοδοχεία με 35.644 δωμάτια και 68.934 κλίνες.
Σε επίπεδο αριθμού μονάδων, η μεγαλύτερη συγκέντρωση εξακολουθεί να βρίσκεται στα δύο αστέρια (31% των ξενοδοχείων), ακολουθούμενα από τα τρία αστέρια (25%), τα τέσσερα (21%) και τα ενός αστέρα (15%). Τα πέντε αστέρια, αν και μόλις 9% των μονάδων, έχουν δυσανάλογα μεγάλη συμβολή στη συνολική δυναμικότητα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδεικτική όταν εξετάζονται τα δωμάτια και οι κλίνες: τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων συγκεντρώνουν το 30% των δωματίων και τα πέντε αστέρων το 25%, με τα τρία αστέρων στο 20%, τα δύο στο 18% και τα ενός αστέρα στο 6%. Στις κλίνες, τα τεσσάρων και πέντε αστέρων συγκεντρώνουν από κοινού το 55% του συνόλου, επιβεβαιώνοντας τη στροφή της Αττικής σε πιο απαιτητικό, premium τουριστικό κοινό.
Ηγεμονία του κέντρου και νέοι πόλοι ανάπτυξης
Γεωγραφικά, ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών κυριαρχεί με 52% των ξενοδοχειακών δωματίων της Περιφέρειας. Στην καρδιά της πρωτεύουσας λειτουργούν 307 ξενοδοχεία με 18.678 δωμάτια και 35.703 κλίνες, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ρόλο της Αθήνας ως μητροπολιτικού προορισμού city break, συνεδρίων και επαγγελματικών ταξιδιών.
Δεύτερος πόλος είναι η Ανατολική Αττική, με 17% της δυναμικότητας (74 μονάδες, 5.922 δωμάτια, 12.266 κλίνες), η οποία επωφελείται από την εγγύτητα στο αεροδρόμιο και την ανάπτυξη τουριστικών ζωνών παραθερισμού. Οι Νήσοι της Περιφέρειας, με 12% των δωματίων (191 μονάδες, 4.140 δωμάτια), λειτουργούν συμπληρωματικά, προσφέροντας «νησιωτική» εμπειρία σε απόσταση αναπνοής από την πρωτεύουσα.
Ο Νότιος Τομέας Αθηνών –με 8% της δυναμικότητας και 2.809 δωμάτια σε 44 μονάδες– αναδεικνύεται σε στρατηγικό μέτωπο ανάπτυξης, καθώς συνδέεται με την παραλιακή ζώνη και τα μεγάλα επενδυτικά projects. Ο Πειραιάς κατέχει 6% των δωματίων, ενώ ο Βόρειος Τομέας Αθηνών (3%), η Δυτική Αττική (2%) και ο Δυτικός Τομέας Αθηνών (1%) έχουν πιο περιορισμένο μερίδιο, αλλά με περιθώρια στοχευμένης ανάπτυξης.
Η συνολική εικόνα δείχνει μια Αττική που «ανεβαίνει κατηγορία», επενδύοντας σε μεγαλύτερες, ποιοτικότερες μονάδες και επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει τα διαδοχικά ρεκόρ του ελληνικού τουρισμού μέσω υψηλότερης προστιθέμενης αξίας ανά κλίνη.
Σχόλιο
: Η έκρηξη των 5άστερων στην Αθήνα δεν είναι απλώς αισθητική αναβάθμιση, αλλά στρατηγική μετατόπιση σε μοντέλο τουρισμού υψηλής δαπάνης· το στοίχημα πλέον είναι αν οι υποδομές της πόλης (μεταφορές, πολεοδομία, δημόσιος χώρος) θα συμβαδίσουν με αυτή την αναβάθμιση ή αν η ανισορροπία θα περιορίσει τα οφέλη για την τοπική οικονομία.






