Η αποκάλυψη πρόσθετων αποδοχών της Κριστίν Λαγκάρντ από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών προκαλεί αντιδράσεις εντός ΕΚΤ. Στο επίκεντρο τίθενται η ισονομία, η διαφάνεια και τα όρια των κανόνων δεοντολογίας.
Η δημοσιοποίηση ότι η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, έλαβε περίπου 140.000 ευρώ το 2025 από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), παρά τον γενικό κανόνα της ΕΚΤ κατά των πληρωμών τρίτων προς το προσωπικό, άνοιξε νέο μέτωπο συζήτησης για τη διακυβέρνηση και τη δεοντολογία στην κορυφή του ευρωσυστήματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, η Λαγκάρντ, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της BIS, λαμβάνει σταθερή ετήσια αποζημίωση και μεταβλητές αμοιβές συμμετοχής. Σε γραπτή απάντησή της προς τους ευρωβουλευτές Φάμπιο Ντε Μάζι και Ντικ Έριξον, η ίδια γνωστοποίησε ότι εισέπραξε 130.457 ελβετικά φράγκα, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 140.000 ευρώ.
Διπλά στάνταρ και κενό στους κανόνες προσωπικού
Η υπόθεση προκαλεί έντονη δυσφορία σε μερίδα εργαζομένων της ΕΚΤ, οι οποίοι καταγγέλλουν «προνομιακή μεταχείριση» για την κορυφή της ιεραρχίας. Ο κανονισμός προσωπικού της ΕΚΤ προβλέπει ρητά ότι οι υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να δέχονται «οποιαδήποτε πληρωμή από τρίτους σε σχέση με την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων» και ότι τυχόν τέτοιες πληρωμές πρέπει να καταβάλλονται στην ίδια την ΕΚΤ.
Η Φρανκφούρτη απαντά ότι η Λαγκάρντ «δεν είναι μέλος του προσωπικού» και συνεπώς δεν υπάγεται στους κανόνες προσωπικού, αλλά σε ξεχωριστό κώδικα δεοντολογίας για τα υψηλόβαθμα στελέχη. Η νομική αυτή διάκριση, ωστόσο, δεν αρκεί για να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιδράσεις, καθώς δημιουργείται η εικόνα διαφορετικών κανόνων για τη διοίκηση και για τους «κοινούς θνητούς» της τράπεζας.
Η συζήτηση αποκτά βαρύνουσα σημασία σε μια περίοδο όπου οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία τους απέναντι σε πολιτικές πιέσεις και κοινωνική δυσαρέσκεια για το κόστος του χρήματος. Κάθε σκιά γύρω από τις απολαβές της ηγεσίας μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη, ιδίως όταν η ίδια η ΕΚΤ επιβάλλει αυστηρούς κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων στο προσωπικό της.
Υψηλές αποδοχές και ζήτημα θεσμικής νομιμοποίησης
Τα στοιχεία που παρατίθενται δείχνουν ότι το 2024 η Λαγκάρντ έλαβε από την ΕΚΤ βασικό μισθό 466.000 ευρώ και παροχές 135.000 ευρώ, με το συνολικό πακέτο να προσεγγίζει τα 741.000 ευρώ. Η πρόσθετη αμοιβή από την BIS ενισχύει περαιτέρω το εισόδημά της, τοποθετώντας την μεταξύ των υψηλότερα αμειβόμενων αξιωματούχων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η BIS, ως «τράπεζα των κεντρικών τραπεζών», αποτελεί κατεξοχήν θεσμό τεχνοκρατικής ισχύος, με περιορισμένη δημοσιότητα και διαφάνεια ως προς τις αμοιβές των μελών του διοικητικού της συμβουλίου. Το γεγονός ότι η λεπτομερής αποζημίωση της Λαγκάρντ έγινε γνωστή μόνον κατόπιν κοινοβουλευτικού ελέγχου αναδεικνύει ένα ευρύτερο έλλειμμα λογοδοσίας στα ανώτερα κλιμάκια της νομισματικής αρχιτεκτονικής.
Για τις αγορές, το θέμα δεν αλλάζει άμεσα την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον όπου οι αποφάσεις της ΕΚΤ για επιτόκια και ρευστότητα επηρεάζουν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κρατικούς προϋπολογισμούς, η ηθική νομιμοποίηση της διοίκησης είναι κρίσιμο κεφάλαιο. Η διαχείριση της υπόθεσης από την ΕΚΤ και την ίδια τη Λαγκάρντ θα αποτελέσει τεστ για το κατά πόσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες απαιτήσεις διαφάνειας.
Σχόλιο
: Η υπόθεση δεν είναι απλώς ζήτημα ποσού αλλά ζήτημα αρχής: όταν η ΕΚΤ ζητά από τους πολίτες να αποδεχθούν επώδυνες αποφάσεις, δεν έχει περιθώριο για γκρίζες ζώνες στη δεοντολογία της ηγεσίας της. Αν δεν κλείσει γρήγορα το θεσμικό κενό μεταξύ «προσωπικού» και κορυφής, το κόστος σε αξιοπιστία μπορεί να αποδειχθεί πολύ υψηλότερο από τα 140.000 ευρώ.






