Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ακυρώσει μέρος των δασμών Τραμπ και η άμεση επαναφορά νέων μέτρων βυθίζουν την αμερικανική εμπορική πολιτική σε αβεβαιότητα. Οι επιπτώσεις αγγίζουν ήδη το παγκόσμιο εμπόριο, τις επενδύσεις και τις προοπτικές της οικονομίας των ΗΠΑ.
Η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, με ψήφους 6-3, ότι ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του όταν επέβαλε εκτεταμένους δασμούς βάσει του International Emergency Economic Powers Act (IEEPA), δεν έβαλε τέλος στον εμπορικό πόλεμο της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, η άμεση αντίδραση του προέδρου με την επιβολή νέων δασμών έως 15% σε πολλούς εμπορικούς εταίρους επανέφερε την ένταση στο προσκήνιο και άνοιξε ένα νέο, νομικά θολό κεφάλαιο στην αμερικανική εμπορική πολιτική.
Νομικό κενό, πολιτική αστάθεια, επενδυτική παύση
Η απόφαση του Δικαστηρίου περιορίζει τη δυνατότητα του Λευκού Οίκου να επικαλείται καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» για να αναδιαμορφώνει μονομερώς το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ σπεύδει να αξιοποιήσει άλλα εργαλεία, κυρίως τον Νόμο περί Δασμών του 1974, και ειδικότερα τα άρθρα 122, 232 και 301, ώστε να διατηρήσει υψηλό επίπεδο προστατευτισμού.
Το άρθρο 122, στο οποίο στηρίζεται το νέο πακέτο δασμών, επιτρέπει μεν άμεση επιβολή, αλλά μόνο για έως 150 ημέρες χωρίς έγκριση του Κογκρέσου, άρα η ισχύς των μέτρων είναι εγγενώς προσωρινή. Η παράλληλη χρήση των άρθρων 232 (λόγοι εθνικής ασφάλειας) και 301 (αντιμετώπιση «αθέμιτων πρακτικών») δημιουργεί προοπτική πολυετούς συνέχισης των εμπορικών συγκρούσεων, με νομικές και πολιτικές αβεβαιότητες.
Για τις επιχειρήσεις, η διαρκής εναλλαγή νομικών βάσεων και δασμών μεταφράζεται σε καθυστέρηση επενδύσεων, αναστολή προσλήψεων και αναβολή σχεδίων επέκτασης. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος των ΗΠΑ στη Royal Bank of Canada, Μάικ Ριντ, η ανατροπή του πλαισίου «αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται το εμπόριο με τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου», με άμεσες οικονομικές συνέπειες.
Ευρώπη, Κίνα και η επιτάχυνση της αποπαγκοσμιοποίησης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε έντονα στους νέους δασμούς, προειδοποιώντας ότι ανατρέπονται οι συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η εκ νέου αναβολή κρίσιμης ψηφοφορίας για τη διμερή συμφωνία με την Ουάσιγκτον καταδεικνύει το βάθος της δυσπιστίας απέναντι στην απρόβλεπτη αμερικανική πολιτική.
Παράλληλα, αρκετές χώρες στρέφουν ήδη εμπορικές ροές προς την Κίνα. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία τελωνείων δείχνουν αύξηση 6,6% στις κινεζικές εξαγωγές τον Δεκέμβριο σε ετήσια βάση και άνοδο των εισαγωγών με τον ταχύτερο ρυθμό τριμήνου, οδηγώντας το εμπορικό πλεόνασμα σε ιστορικό υψηλό. Η Κίνα εμφανίζεται έτσι ως εναλλακτικός πόλος για κράτη και εταιρείες που επιδιώκουν σταθερότητα.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics, Μαρκ Ζάντι, κάνει λόγο για «τίποτα άλλο παρά αρνητικές συνέπειες» για την οικονομία των ΗΠΑ: οι επιχειρήσεις επενδύουν και προσλαμβάνουν λιγότερο, ενώ οι ξένες κυβερνήσεις «τραβιούνται» σταδιακά από την αμερικανική αγορά, θεωρώντας την πλέον κακοδιαχειριζόμενη και απρόβλεπτη. Αυτή η αμοιβαία απομάκρυνση, όπως σημειώνει, επιταχύνει την αποπαγκοσμιοποίηση και λειτουργεί ως μόνιμο βάρος στην ανάπτυξη.
Βραχυπρόθεσμα, ορισμένοι αναλυτές, όπως η Βερόνικα Κλαρκ της Citigroup, εκτιμούν ότι η καθαρή αποτελεσματική δασμολογική επιβάρυνση και οι πληθωριστικές επιπτώσεις ίσως παραμείνουν περιορισμένες, καθώς η αντικατάσταση ενός 10% με έναν 15% δασμό μπορεί να αφήσει ουσιαστικά αμετάβλητο τον μέσο συντελεστή. Ωστόσο, η ουσία δεν είναι μόνο οι αριθμοί, αλλά η πολιτική κατεύθυνση: οι ΗΠΑ απομακρύνονται από το πολυμερές σύστημα, και ο κόσμος απομακρύνεται από τις ΗΠΑ.
Σχόλιο
: Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν φρενάρει τον προστατευτισμό, αλλά αποκαλύπτει το θεσμικό όριο της μονομερούς προεδρικής ισχύος. Για τις αγορές και τις εξαγωγικές οικονομίες –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας– το μήνυμα είναι σαφές: η εποχή της σταθερής, προβλέψιμης αμερικανικής εμπορικής πολιτικής έχει παρέλθει και η διαχείριση ρίσκου χώρας (country risk) στις ΗΠΑ γίνεται πλέον στρατηγική προτεραιότητα.






