Η βρετανική αγορά βιολογικών τροφίμων καταγράφει τον ισχυρότερο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων 20 ετών, με τη Riverford να αυξάνει τις πωλήσεις της κατά 6% στα 117 εκατ. λίρες. Η στροφή των καταναλωτών σε υγιεινή διατροφή και αξιόπιστες πηγές τροφίμων τροφοδοτεί τη ζήτηση, παρά τις πιέσεις από κόστος και Brexit.
Η βρετανική Riverford, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες εταιρείες διανομής βιολογικών φρούτων και λαχανικών κατ’ οίκον, ανακοίνωσε αύξηση πωλήσεων κατά 6% στη χρήση έως τον Μάιο 2025, φτάνοντας τα 117 εκατ. λίρες. Η επίδοση αυτή ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη άνθηση της αγοράς βιολογικών τροφίμων και ποτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία του Soil Association, αναπτύχθηκε σχεδόν κατά 9% την ίδια περίοδο.
Άνοδος ζήτησης για «τρόφιμα εμπιστοσύνης» και βιολογικό κρέας
Ο διευθύνων σύμβουλος της Riverford, Ρομπ Χάουαρντ, αποδίδει την έκρηξη της ζήτησης σε αυξανόμενη ανησυχία των καταναλωτών για την προέλευση και την αξιοπιστία των τροφίμων. Όπως σημειώνει, η εταιρεία δεν κέρδισε μόνο νέους πελάτες, αλλά είδε και τους υφιστάμενους να αυξάνουν τη μέση δαπάνη τους. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ανάπτυξη της αγοράς βιολογικών των τελευταίων δύο δεκαετιών, μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας που ακολούθησε την πιστωτική κρίση και επιδεινώθηκε την περίοδο της πανδημίας.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η πορεία του βιολογικού κρέατος, το οποίο αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 10% των πωλήσεων της Riverford. Οι καταναλωτές στρέφονται σε προμηθευτές που θεωρούν αξιόπιστους ως προς την ευζωία των ζώων και τα πρότυπα παραγωγής, ενισχύοντας ένα premium τμήμα της αγοράς, παρά το περιβάλλον ακρίβειας.
Πίεση στα περιθώρια από κόστος, μισθούς και Brexit
Πίσω από την αύξηση του τζίρου, τα περιθώρια κέρδους δέχονται πίεση. Τα λειτουργικά κέρδη της Riverford υποχώρησαν στα 3,4 εκατ. λίρες από 4,7 εκατ. λίρες την προηγούμενη χρήση, καθώς η εταιρεία επέλεξε να απορροφήσει μέρος των αυξημένων δαπανών αντί να τις μετακυλίσει πλήρως στους πελάτες. Οι τιμές αυξήθηκαν κατά περίπου 3% στο οικονομικό έτος, σε ένα περιβάλλον αυξημένων μισθολογικών και ενεργειακών δαπανών, αλλά και πρόσθετου διοικητικού κόστους που συνδέεται με τη γραφειοκρατία του Brexit για εισαγωγές από τις φάρμες της στη Γαλλία και την Ισπανία.
Παρά την πίεση στα κέρδη, η Riverford –μια επιχείρηση που ανήκει στους εργαζομένους της– διένειμε μπόνους 1,1 εκατ. λιρών στο προσωπικό της, μετά τα 1,3 εκατ. λίρες της προηγούμενης χρονιάς. Η εταιρεία απασχολεί περίπου 1.000 εργαζομένους, όλοι αμείβονται τουλάχιστον με τον ανεξάρτητα πιστοποιημένο «living wage», συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και λαμβάνουν ίσο μερίδιο από τα ετήσια κέρδη.
Διαρθρωτικές προκλήσεις και επενδύσεις σε πράσινη μετάβαση
Παρά τη δυναμική, η βρετανική αγορά βιολογικών παραμένει μικρή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες: μόλις το 2% των συνολικών πωλήσεων τροφίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι βιολογικά, έναντι πολύ υψηλότερων ποσοστών στη Δανία και τη Γερμανία. Ο Χάουαρντ προειδοποιεί για πιθανό «κενό προσφοράς» τα επόμενα χρόνια, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από τα κυβερνητικά σχήματα στήριξης –όπως το Sustainable Farming Incentive (SFI)– έχει αναστείλει επενδύσεις και επέκταση των βιολογικών καλλιεργειών.
Παράλληλα, η Riverford επενδύει στη μείωση του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος: περίπου το 70% του στόλου των βαν είναι πλέον ηλεκτρικό, ενώ δύο ηλεκτρικά φορτηγά βαρέως τύπου έχουν ενταχθεί στον στόλο. Η εταιρεία συμμετέχει επίσης σε έργα αποκατάστασης της φύσης, με δενδροφυτεύσεις σε δικές της εκτάσεις και σε συνεργαζόμενες φάρμες, ενσωματώνοντας τα δέντρα σε συστήματα βόσκησης.
Το επιχειρηματικό μοντέλο της Riverford –από την καθετοποιημένη βιολογική παραγωγή έως την εργατική ιδιοκτησία και τις πράσινες επενδύσεις– λειτουργεί ως εργαστήριο για το πώς μπορεί να εξελιχθεί ο κλάδος των βιολογικών στην Ευρώπη. Η εξέλιξη της βρετανικής αγοράς, παρά τα εμπόδια του Brexit και του υψηλού κόστους, αποτελεί κρίσιμη ένδειξη για το κατά πόσο η ζήτηση για «καθαρή τροφή» μπορεί να μετατραπεί σε σταθερό, βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Riverford δείχνει ότι η βιολογική αγορά μπορεί να τρέχει με υψηλούς ρυθμούς ακόμη και σε περιβάλλον ακρίβειας, αλλά μόνο με κόστος στα περιθώρια κέρδους και με ισχυρή δέσμευση σε μοντέλα προστιθέμενης αξίας (εμπιστοσύνη, ευζωία, πράσινες επενδύσεις). Για την Ελλάδα, όπου η βιολογική παραγωγή συχνά παραμένει πρώτη ύλη χαμηλής τιμής για εξαγωγή, το βρετανικό παράδειγμα αναδεικνύει την ανάγκη για καθετοποίηση, branding και σταθερά σχήματα στήριξης των παραγωγών.
#βιολογικά #ΗνωμένοΒασίλειο #Riverford #αγροτικήπαραγωγή #Brexit #πράσινημετάβαση






