Η νέα έρευνα συγκυρίας της Εθνικής Τράπεζας δείχνει ότι οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπήκαν στο 2026 με αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά το σοκ των δασμών και το ράλι της παγκόσμιας αβεβαιότητας. Το επιχειρηματικό κλίμα παραμένει θετικό, αλλά η ψαλίδα μεταξύ πολύ μικρών και μεγαλύτερων ΜμΕ ανοίγει επικίνδυνα.
Η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, μέσω της νέας Έρευνας Συγκυρίας σε ΜμΕ, αποτυπώνει μια εικόνα εντυπωσιακής αντοχής του ελληνικού επιχειρείν σε ένα από τα πιο ασταθή διεθνή περιβάλλοντα των τελευταίων ετών. Παρά την εκτόξευση του Δείκτη Παγκόσμιας Αβεβαιότητας και τις πιέσεις από τους δασμούς και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ο κορμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων διατηρεί θετικό κλίμα και αναπτυξιακό προσανατολισμό.
Δείκτης εμπιστοσύνης ψηλά, αλλά με διευρυνόμενες ανισότητες
Ο Δείκτης Εμπιστοσύνης των ΜμΕ ενισχύθηκε οριακά στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, από τις 16 στις 17 μονάδες, παραμένοντας σημαντικά πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 58% των επιχειρήσεων δηλώνει στρατηγικό προσανατολισμό στην ανάπτυξη, έναντι 54% στο πρώτο εξάμηνο.
Πίσω όμως από αυτή τη συνολική θετική εικόνα, η έρευνα αναδεικνύει μια κρίσιμη δομική ανισορροπία: οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφανίζουν υποχώρηση τόσο στον δείκτη εμπιστοσύνης όσο και στις αναπτυξιακές προσδοκίες. Η δυσκολία τους να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, δασμών και τεχνολογικών απαιτήσεων διευρύνει το χάσμα με τις μεγαλύτερες ΜμΕ, δημιουργώντας τον κίνδυνο μιας «διπλής ταχύτητας» στην ελληνική επιχειρηματικότητα.
Σε διεθνές επίπεδο, η επίδοση των ελληνικών ΜμΕ ευθυγραμμίζεται με την ανοδική πορεία του Δείκτη Παγκόσμιου Οικονομικού Κλίματος. Οι πραγματικές επιπτώσεις των δασμών αποδείχθηκαν ηπιότερες από τις αρχικές φοβίες, ενώ διακρατικές συμφωνίες και προληπτική αποθεματοποίηση περιόρισαν το σοκ, οδηγώντας σε ανοδικές αναθεωρήσεις του παγκόσμιου ΑΕΠ για το 2025 στο 3,3% από 2,8%.
Οι δασμοί «χτυπούν» τα περιθώρια κέρδους, όχι τη ρευστότητα
Η έρευνα της Εθνικής Τράπεζας καταγράφει ότι μόλις το ένα τρίτο των ελληνικών ΜμΕ δήλωσε σημαντική πίεση από τους δασμούς, έναντι 82% κατά την ενεργειακή κρίση του 2021 και 50–60% την περίοδο των μεγάλων διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες (2020–2024). Το βασικό κανάλι επίδρασης ήταν η αύξηση κόστους: το 83% των επηρεασμένων επιχειρήσεων αναφέρει κυρίως επιβάρυνση κόστους, ενώ μόνο 17% βλέπει πλήγμα στη ζήτηση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος αντίδρασης: το 22% των ΜμΕ προχώρησε σε ενεργητικές κινήσεις προσαρμογής, με 8% να ενισχύει την ανταγωνιστικότητά του και 14% να αναζητά νέους προμηθευτές ή πελάτες. Ένα 15% επέλεξε τη μετακύλιση του κόστους, κυρίως όσες επιχειρήσεις δέχθηκαν ισχυρότερο πλήγμα. Ωστόσο, η κυρίαρχη στρατηγική –που ακολουθήθηκε από τα δύο τρίτα του τομέα– ήταν η απορρόφηση του αυξημένου κόστους μέσω συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους.
Αυτή η επιλογή λειτούργησε ως «φράγμα» που εμπόδισε τη γενικευμένη διάχυση των πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία, αλλά είχε κόστος στην κερδοφορία. Παρ’ όλα αυτά, οι δείκτες χρηματοοικονομικής υγείας παραμένουν σε ιστορικά ευνοϊκά επίπεδα: μόλις περίπου 10% των επιχειρήσεων βρίσκεται σε κατάσταση οξείας έλλειψης ρευστότητας ή οριακής επιβίωσης.
Η ανθεκτικότητα ως στρατηγικό κεφάλαιο για το 2026
Καθώς το 2026 ξεκινά με συσσωρευμένους γεωπολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους, η Εθνική Τράπεζα καταγράφει ότι το ελληνικό επιχειρείν εισέρχεται στη νέα χρονιά με ισχυρά «αντανακλαστικά κρίσης» και επαρκή περιθώρια αντίδρασης. Η εμπειρία από την ενεργειακή κρίση, τις αναταράξεις των εφοδιαστικών αλυσίδων και τώρα τις πιέσεις των δασμών έχει χτίσει μια κουλτούρα προσαρμοστικότητας που συνιστά στρατηγικό κεφάλαιο για την οικονομία συνολικά.
Το ζητούμενο για την πολιτεία και το τραπεζικό σύστημα είναι να μετατρέψουν αυτή την ανθεκτικότητα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο περιθωριοποίησης των πολύ μικρών επιχειρήσεων. Η στοχευμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού αναδεικνύονται ως κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε το θετικό momentum των ΜμΕ να μην εξανεμιστεί σε ένα ακόμη κύμα διεθνούς αστάθειας.
Η πλήρης μελέτη της Εθνικής Τράπεζας είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Ομίλου, στην ενότητα «Μελέτες και Οικονομικές Αναλύσεις» (Κατηγορία: Ελληνική Επιχειρηματικότητα – Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις).
Σχόλιο
: Η έρευνα της ΕΤΕ επιβεβαιώνει ότι οι ΜμΕ λειτουργούν ως «σιωπηλός σταθεροποιητής» της οικονομίας, θυσιάζοντας κέρδη για να απορροφήσουν σοκ. Αν όμως η πολιτική δεν στοχεύσει ειδικά στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, ο κίνδυνος να παγιωθεί μια αγορά δύο ταχυτήτων θα υπονομεύσει ακριβώς αυτό το στρατηγικό πλεονέκτημα.
#μικρομεσαίες_επιχειρήσεις #Εθνική_Τράπεζα #ελληνική_οικονομία #δασμοί






