Βρετανική χαλυβουργία σε σταυροδρόμι: το κρατικό «σωσίβιο» στη British Steel κοστίζει 1,2 εκατ. λίρες την ημέρα

Η βρετανική κυβέρνηση πληρώνει πάνω από 1,2 εκατ. λίρες ημερησίως για να κρατήσει ζωντανή τη British Steel στο Scunthorpe, χωρίς σαφές σχέδιο για το μέλλον των υψικαμίνων και των 4.000 εργαζομένων. Το αδιέξοδο με τον κινεζικό όμιλο Jingye, η πράσινη μετάβαση και ο κίνδυνος αποεπένδυσης ξένων κεφαλαίων συνθέτουν ένα περίπλοκο βιομηχανικό και γεωπολιτικό παζλ.

Η κρίση γύρω από τη British Steel στο Scunthorpe εξελίσσεται σε ένα από τα πιο δαπανηρά και πολιτικά φορτισμένα βιομηχανικά στοιχήματα του Ηνωμένου Βασιλείου. Μετά την απόφαση της κυβέρνησης να αναλάβει τον έλεγχο του εργοστασίου, όταν ο κινεζικός όμιλος Jingye αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει πρώτες ύλες, το Δημόσιο καταβάλλει πλέον πάνω από 1,2 εκατ. λίρες την ημέρα για τη συνέχιση της λειτουργίας. Ο μέχρι στιγμής λογαριασμός ξεπερνά τις 359 εκατ. λίρες και, όπως παραδέχονται αναλυτές, «αυτός ο αριθμός θα γίνει μεγαλύτερος».

Το αδιέξοδο με τη Jingye και ο φόβος για τους επενδυτές

Η Jingye, που αγόρασε τη British Steel από καθεστώς ειδικής διαχείρισης το 2020, παραμένει νομικά ιδιοκτήτης, παρότι η πραγματική διαχείριση έχει περάσει στο κράτος. Η κινεζική πλευρά φέρεται να ζητά έως και 1 δισ. λίρες ως αποζημίωση για να παραιτηθεί από την ιδιοκτησία, ποσό που θεωρείται υπερβολικό για μια ζημιογόνο μονάδα. Ήδη, πέρα από την τρέχουσα στήριξη, η εταιρεία είχε λάβει το Δεκέμβριο του 2022 επιχορήγηση 120 εκατ. λιρών, με στόχο –όπως ανέφερε η κυβέρνηση– «την αποφυγή μείζονος οικονομικού σοκ για την περιοχή του Scunthorpe».

Παράλληλα, το Λονδίνο εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε μια ωμή απαλλοτρίωση, φοβούμενο ότι μια υπερ-παρεμβατική κίνηση θα έστελνε αρνητικό μήνυμα σε ξένους επενδυτές και θα προκαλούσε διπλωματικές τριβές. Η πρόσφατη επίσκεψη του Κιρ Στάρμερ στο Πεκίνο δεν φαίνεται να ξεμπλόκαρε το ζήτημα, ενώ κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι «δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις».

Πράσινη μετάβαση, στρατηγική αυτονομία και κοινωνικό κόστος

Η υπόθεση της British Steel διασταυρώνεται με μια ευρύτερη κρίση της βρετανικής χαλυβουργίας. Η παραγωγή χάλυβα από 28 εκατ. τόνους το 1970 έχει καταρρεύσει σε μόλις 2,5 εκατ. τόνους το 2025 – το χαμηλότερο επίπεδο από την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας. Η προσωρινή παύση των υψικαμίνων της Tata Steel στο Port Talbot, στο πλαίσιο μετάβασης σε ηλεκτρικούς φούρνους τόξου (EAF), και η κρατική ανάληψη των μονάδων Speciality Steel UK στο South Yorkshire δείχνουν ότι το κράτος έχει πλέον ενεργό ρόλο στη διαχείριση του κλάδου.

Για το Scunthorpe, ένα από τα βασικά σενάρια είναι το κλείσιμο των υψικαμίνων και η αντικατάστασή τους από EAF, με παράλληλη αξιοποίηση της SSUK ως προμηθευτή χάλυβα για τα έλαστρα της British Steel. Αυτό θα μείωνε δραστικά τις εκπομπές άνθρακα, σε μια εποχή που οι κατασκευαστικές εταιρείες ζητούν προϊόντα με χαμηλότερο αποτύπωμα άνθρακα. Ωστόσο, οι EAF απαιτούν πολύ λιγότερο προσωπικό, γεγονός που προμηνύει σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας μεσοπρόθεσμα.

Τα συνδικάτα αντιδρούν έντονα σε ένα σενάριο που «διορθώνει» τη SSUK σε βάρος του Scunthorpe και ζητούν σαφή στρατηγική, διατήρηση της χαλυβουργίας στην πόλη και σχέδιο για νέες θέσεις εργασίας σε άλλους τομείς της αλυσίδας αξίας. Σε μια περιοχή όπου τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν κερδίσει έδαφος, ένα κύμα απολύσεων σε εργοστάσιο-σύμβολο θα είχε βαρύ πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.

«Παρθένος» χάλυβας ή ανακύκλωση; Το στρατηγικό δίλημμα του Λονδίνου

Κεντρικό ζήτημα παραμένει αν το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να διατηρήσει ικανότητα παραγωγής «παρθένου» χάλυβα από σιδηρομετάλλευμα μέσω υψικαμίνων ή να βασιστεί στην αφθονία σκραπ και σε ηλεκτρικούς φούρνους. Η κυβερνητική ανάλυση κινδύνου προειδοποιεί ότι, σε περιβάλλον εμπορικών πολέμων ή γεωπολιτικών εντάσεων, η εξάρτηση από ξένους –εν δυνάμει εχθρικούς– προμηθευτές αποτελεί «στρατηγική αδυναμία».

Βετεράνοι του κλάδου, όπως ο David Murray, υποστηρίζουν ότι η British Steel «πρέπει να προστατευθεί και πρέπει να αποδεχθούμε το κόστος». Άλλοι ειδικοί, όπως ο καθηγητής Cameron Pleydell-Pearce, ζητούν τεχνολογικά ουδέτερη προσέγγιση, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης νεότερων μεθόδων μείωσης σιδηρομεταλλεύματος, και επισημαίνουν ότι η εκτεταμένη χρήση σκραπ μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της παραγωγής.

Προς το παρόν, η κυβέρνηση δηλώνει αποφασισμένη να «στηρίξει τη βρετανική χαλυβουργία και τις χαλυβουργικές κοινότητες για τις επόμενες γενιές» και υπόσχεται εντός του έτους συνολική στρατηγική για τον κλάδο. Ωστόσο, ακόμη και αν βρεθεί αγοραστής –πιθανότατα μεγάλος διεθνής όμιλος που θα απαιτήσει γενναία κρατική στήριξη– εκτιμάται ότι μπορεί να χρειαστούν τέσσερα έως πέντε χρόνια μέχρι η British Steel να επιστρέψει σε ιδιωτικά χέρια. Μέχρι τότε, το κόστος για τον βρετανό φορολογούμενο θα συνεχίσει να διογκώνεται, ενώ η αβεβαιότητα για τους 4.000 εργαζόμενους στο Scunthorpe θα παραμένει.

Σχόλιο SBCTV : Η υπόθεση British Steel είναι εγχειρίδιο του πώς η βιομηχανική πολιτική, η πράσινη μετάβαση και η γεωπολιτική διαπλέκονται με το κοινωνικό κόστος. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επίσης αναζητούν ισορροπία ανάμεσα σε στρατηγική παραγωγική βάση, επενδυτική ελκυστικότητα και κλιματικούς στόχους, το βρετανικό παράδειγμα λειτουργεί ως προειδοποίηση: η καθυστέρηση στις αποφάσεις απλώς αυξάνει το λογαριασμό.

#BritishSteel #Jingye #Χαλυβουργία #ΗνωμένοΒασίλειο #Βιομηχανία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.