Το ιστορικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD), άλλοτε κυρίαρχη δύναμη της εργατικής τάξης, βλέπει την εκλογική του βάση να διαβρώνεται από τα δεξιά και τα αριστερά. Οι πέντε περιφερειακές εκλογές του 2026 μπορεί να αποδειχθούν καταλύτης για βαθιές εσωκομματικές ανακατατάξεις.
Το SPD, το αρχαιότερο πολιτικό κόμμα της Γερμανίας με ρίζες από το 1863, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας και επιβίωσης. Από «κόμμα ομπρέλα» που προσέγγιζε σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα, έχει μετατραπεί σε δύναμη με ποσοστά που συχνά κινούνται στη ζώνη του 15%–16%, ενώ σε ορισμένα κρατίδια βυθίζεται σε μονοψήφια επίπεδα.
Από την εργατική τάξη στην εκλογική διάχυση
Ιστορικά, το SPD συγκροτήθηκε ως κλασικό εργατικό κόμμα, εκφράζοντας τα συμφέροντα των βιομηχανικών εργατών σε συνθήκες εξαντλητικών ωραρίων, χαμηλών μισθών και ελλιπούς κοινωνικής προστασίας. Για δεκαετίες, οι «μπλε κολάροι» αποτέλεσαν τον πυρήνα της εκλογικής του βάσης, επενδύοντας στις υποσχέσεις για εκπαίδευση, κοινωνική κινητικότητα και ισότητα ευκαιριών.
Η κοινωνική και οικονομική δομή όμως της Γερμανίας άλλαξε. Η παραδοσιακή εργατική τάξη, όπως τη γνώριζε ο 20ός αιώνας, έχει σε μεγάλο βαθμό μετατραπεί σε μεσαία τάξη με σταθερότερες απολαβές. Σήμερα, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Forsa τον Νοέμβριο του 2025, μόλις το 9% των εργατών και ανέργων δηλώνει ότι θα ψήφιζε SPD. Ένα εντυπωσιακό 38% των εργαζομένων αυτής της κατηγορίας επέλεξε στις εκλογές του 2025 το ακροδεξιό, λαϊκιστικό AfD.
Παράλληλα, η δημιουργία της Αριστεράς (Die Linke) το 2007, ως συνένωση του PDS –διαδόχου του κυβερνώντος κομμουνιστικού κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας– με το WASG, ένα σχίσμα δυτικογερμανών σοσιαλδημοκρατών, απορρόφησε σημαντικό τμήμα δυσαρεστημένων ψηφοφόρων του SPD. Καθοριστικό σημείο ρήξης υπήρξε η «Agenda 2010» του Γκέρχαρντ Σρέντερ, ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων που περιέκοψε κοινωνικές παροχές, χαλάρωσε την προστασία της εργασίας και ενίσχυσε τον χαμηλόμισθο τομέα.
Συγκυβερνήσεις, απώλεια ταυτότητας και νέα αδιέξοδα
Αν και η «Agenda 2010» ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας και χειροκροτήθηκε από το συντηρητικό μπλοκ CDU/CSU, στο εσωτερικό του SPD προκάλεσε βαθύ σχίσμα. Μέσα σε μία δεκαετία, το κόμμα έχασε σχεδόν τους μισούς ψηφοφόρους του προς την Αριστερά, τους Πράσινους αλλά και τη Χριστιανοδημοκρατία, την ώρα που η Άνγκελα Μέρκελ μετατόπιζε το CDU προς το κέντρο, σε μια διαδικασία που πολλοί βάφτισαν «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» της δεξιάς.
Οι αλλεπάλληλες «μεγάλες συμμαχίες» CDU/CSU–SPD από το 2005 έως το 2021 θόλωσαν ακόμη περισσότερο το προφίλ του κόμματος. Οι πολιτικές διαφορές με τους συντηρητικούς έγιναν δυσδιάκριτες, ενώ η ανάγκη συμβιβασμών εμπόδισε την προώθηση πιο προωθημένων κοινωνικών και φορολογικών μέτρων.
Η προσωρινή ανάκαμψη του 2021, όταν το SPD ανέβηκε στο 25,7% και ο Όλαφ Σολτς ανέλαβε την καγκελαρία, αποδείχθηκε σύντομη παρένθεση. Η τρικομματική κυβέρνηση με Πράσινους και FDP διαλύθηκε πρόωρα μετά από τρία χρόνια έντονων εσωτερικών συγκρούσεων, αφήνοντας το SPD τραυματισμένο και καθηλωμένο ξανά γύρω στο 16% στις εκλογές του 2025. Ο επικεφαλής του ινστιτούτου Forsa, Μάνφρεντ Γκίλνερ, έκανε λόγο για «υπαρξιακή απειλή» για το κόμμα.
Νέα στροφή αριστερά, παλιά διλήμματα
Σήμερα, το SPD συμμετέχει εκ νέου σε κυβέρνηση με την CDU/CSU, αυτή τη φορά ως μικρότερος εταίρος υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Το κόμμα επιχειρεί να επεξεργαστεί νέα προγραμματική πλατφόρμα για το 2027 με πιο έντονο κοινωνικό και αριστερό πρόσημο. Ωστόσο, η αξιοπιστία αυτής της στροφής αμφισβητείται, καθώς δύσκολα μπορεί να επιβληθεί απέναντι σε έναν σαφώς πιο συντηρητικό κυβερνητικό εταίρο που προαναγγέλλει περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες, συντάξεις, υγεία και φροντίδα ηλικιωμένων, επικαλούμενος άδεια δημόσια ταμεία και ασθενική οικονομία.
Το SPD δηλώνει ότι αποδέχεται την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, αλλά θέτει ως «κόκκινη γραμμή» ότι κανείς δεν πρέπει να βρεθεί σε χειρότερη θέση. Αυτή η έμφαση στην κοινωνική ισότητα φαίνεται να του δίνει μια μικρή ανάσα στις δημοσκοπήσεις, χωρίς όμως να ανατρέπει τη γενικότερη καθοδική πορεία.
Οι επικείμενες εκλογές στα κρατίδια, με πρώτες τις κάλπες σε Βάδη-Βυρτεμβέργη και Ρηνανία-Παλατινάτο τον Μάρτιο –όπου το SPD κυβερνά αδιάλειπτα από το 1991– θεωρούνται βαρόμετρο. Μια πιθανή απώλεια εξουσίας εκεί θα ενισχύσει τις φωνές στο εσωτερικό του κόμματος που ζητούν ρήξη με τη στρατηγική διαρκούς συγκυβέρνησης με το CDU/CSU και πιο καθαρή, διακριτή σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα.
Σχόλιο
: Η κρίση του SPD είναι εγχειρίδιο για το πώς ένα κόμμα εξουσίας χάνει την κοινωνική του αγκύρωση όταν θολώνει η ιδεολογική του πυξίδα και μετατρέπεται σε μόνιμο διαχειριστή συνασπισμών. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– η γερμανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση: χωρίς σαφή κοινωνική πρόταση και πειστική απάντηση στις ανισότητες, ο χώρος της κεντροαριστεράς κινδυνεύει να πιεστεί ταυτόχρονα από ριζοσπαστική δεξιά και νέα αριστερά.
#Γερμανία #SPD #σοσιαλδημοκρατία #AfD #DieLinke #γερμανικές_εκλογές






