Με Κοινή Υπουργική Απόφαση προωθείται ο διπλασιασμός του ΕΝΦΙΑ στα κενά οικιστικά ακίνητα που κατέχουν τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, με στόχο να διοχετευθούν ταχύτερα στην αγορά. Το μέτρο εντάσσεται στο Ενιαίο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής 2026 και συνδέεται με την προσπάθεια ενίσχυσης της προσφοράς προσιτής στέγης.
Σε φάση υλοποίησης περνά μια από τις πιο στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγορά ακινήτων: η κυβέρνηση προωθεί Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) για τον διπλασιασμό του ΕΝΦΙΑ στα κενά οικιστικά ακίνητα που βρίσκονται στην ιδιοκτησία τραπεζών και servicers. Η κίνηση αυτή, που είχε ήδη προαναγγελθεί σε πακέτο μέτρων μαζί με την παρέμβαση στις τραπεζικές προμήθειες και την ενίσχυση με 100 εκατ. ευρώ του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων, αποσκοπεί στο να πιέσει τους κατόχους μεγάλων χαρτοφυλακίων να φέρουν ταχύτερα τα ακίνητα στην αγορά.
Ο διπλός ΕΝΦΙΑ περιγράφεται ρητά στο Ενιαίο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής για το τρέχον έτος, με ορίζοντα υλοποίησης το πρώτο τρίμηνο. Εντάσσεται στο πλαίσιο των δράσεων για την ενίσχυση της προσφοράς προσιτής στέγης, σε μια περίοδο που οι τιμές πώλησης και ενοικίασης κατοικιών κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και η συζήτηση για την αξιοποίηση του αποθέματος ακινήτων των τραπεζών έχει επανέλθει δυναμικά.
Φορολογικό «μαστίγιο» αντί για κίνητρα
Η φιλοσοφία του μέτρου είναι σαφώς αποτρεπτική: η διατήρηση κενών οικιστικών ακινήτων στα χαρτοφυλάκια τραπεζών και servicers καθίσταται ακριβότερη, ώστε να προτιμηθεί η πώληση ή η αξιοποίηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στα χαρτοφυλάκιά τους βρίσκονται περίπου 20.000 ακίνητα, εκ των οποίων περί τα 10.000 είναι οικιστικά. Ωστόσο, μόνο ένα περιορισμένο τμήμα αυτών θεωρείται σήμερα ώριμο προς διάθεση, λόγω σειράς νομικών, τεχνικών και διοικητικών εκκρεμοτήτων.
Από την πλευρά τραπεζών και servicers έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι «χρειάζονται παρεμβάσεις» στη μείωση της γραφειοκρατίας και των καθυστερήσεων στις μεταβιβάσεις και εκποιήσεις. Η διαδικασία από τον αρχικό νομικό και τεχνικό έλεγχο έως τη μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο ή στο Κτηματολόγιο μπορεί να διαρκέσει έως και δύο έτη, ενώ η τακτοποίηση πολεοδομικών εκκρεμοτήτων χαρακτηρίζεται χρονοβόρα και κοστοβόρα. Προτείνεται, μεταξύ άλλων, να μπορεί ο ίδιος ο αγοραστής να αναλαμβάνει την τακτοποίηση, αντί των τραπεζών και των servicers.
Κτηματολόγιο, θεσμικές αγκυλώσεις και επιπτώσεις στις τιμές
Στο μέτωπο του Κτηματολογίου καταγράφονται, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, κάποια πρώτα βήματα προόδου, με μείωση των απαιτούμενων χρόνων έως και 25%. Από το 2026, η σταδιακή ενσωμάτωση των πολεοδομιών στο Κτηματολόγιο εκτιμάται ότι θα επιταχύνει περαιτέρω τις διαδικασίες, εφόσον βεβαίως υλοποιηθεί ομαλά. Παρά ταύτα, οι εταιρείες διαχείρισης επιμένουν ότι οι ίδιες οι θεσμικές αγκυλώσεις του Δημοσίου λειτουργούν ως βασικό εμπόδιο στη γρήγορη διάθεση ακινήτων.
Εφόσον ξεμπλοκαριστούν οι διαδικασίες και τα κενά ακίνητα διοχετευθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα στην αγορά, η επίπτωση στις τιμές ενδέχεται να είναι καθοδική, ιδίως σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση τέτοιων ακινήτων. Ωστόσο, το αν ο διπλός ΕΝΦΙΑ θα λειτουργήσει ως πραγματικό κίνητρο ενεργοποίησης ή απλώς ως πρόσθετο κόστος που θα μετακυλιστεί τελικά στις τιμές, παραμένει ανοιχτό ερώτημα και θα κριθεί από το πώς θα συνδυαστεί με τις υπόλοιπες μεταρρυθμίσεις σε Κτηματολόγιο, πολεοδομίες και δικαστικό σύστημα.
Σχόλιο
: Ο διπλός ΕΝΦΙΑ στα κενά ακίνητα τραπεζών και servicers είναι ένα ισχυρό αλλά μονόπλευρο εργαλείο: χωρίς παράλληλη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας και θεσμική απλοποίηση, κινδυνεύει να εξελιχθεί περισσότερο σε εισπρακτικό μέτρο παρά σε πραγματικό μοχλό αύξησης της προσφοράς κατοικίας.






