Ευρώπη: Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα εκτροχιάζεται

Η δημόσια συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης πυκνώνει, αλλά συχνά εγκλωβίζεται σε συνθηματολογία και θεσμικές εμμονές αντί για ρεαλιστικές λύσεις. Πίσω από τις εκκλήσεις για «βιομηχανική πολιτική» και «στρατηγική αυτονομία» κρύβονται βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες που η ΕΕ δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει.

Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης έχει μετατραπεί σε κεντρικό άξονα της ευρωπαϊκής πολιτικής ατζέντας, καθώς η ήπειρος βλέπει το παραγωγικό της μοντέλο να πιέζεται από τρεις κατευθύνσεις: τις ΗΠΑ, την Κίνα και την τεχνολογική επανάσταση. Ωστόσο, η συζήτηση τείνει να γίνεται αποσπασματικά, με έμφαση σε επιδοτήσεις και κανονιστικές παρεμβάσεις, χωρίς σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Το χαμένο έδαφος έναντι ΗΠΑ και Κίνας

Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη έχει χάσει έδαφος σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η ψηφιακή τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και τα προηγμένα υλικά. Οι ΗΠΑ αξιοποιούν έναν βαθύ και ενιαίο κεφαλαιαγορά, επιθετική βιομηχανική πολιτική και φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις, ενώ η Κίνα συνδυάζει κρατική καθοδήγηση και κλίμακα παραγωγής που συμπιέζει το κόστος.

Η ΕΕ, αντίθετα, επιμένει σε ένα περίπλοκο πλέγμα κανόνων ανταγωνισμού, κρατικών ενισχύσεων και περιβαλλοντικών προτύπων που, αν και θεμιτά ως στόχοι, συχνά λειτουργούν ως φραγμός στην ταχεία υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων. Η συζήτηση για την «στρατηγική αυτονομία» μένει συχνά στο επίπεδο των δηλώσεων, χωρίς σαφή απάντηση στο ερώτημα: σε ποιους τομείς η Ευρώπη θέλει πραγματικά να είναι παγκόσμιος πρωταγωνιστής και πού θα αρκεστεί σε ρόλο ρυθμιστή.

Θεσμικά βάρη και κατακερματισμός

Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς. Διαφορετικά φορολογικά καθεστώτα, ρυθμιστικά πλαίσια και εθνικές προτεραιότητες εμποδίζουν τη δημιουργία «ευρωπαϊκών πρωταθλητών» σε κλάδους όπως η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και η άμυνα. Οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, που σχεδιάστηκαν για να αποτρέπουν στρεβλώσεις εντός της ενιαίας αγοράς, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου οι ΗΠΑ και η Κίνα χρησιμοποιούν μαζικά δημόσιους πόρους για να στηρίξουν κρίσιμους κλάδους.

Την ίδια στιγμή, η υπερπαραγωγή κανονισμών –από την πράσινη μετάβαση έως τα δεδομένα και την ψηφιακή αγορά– δημιουργεί σημαντικό διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρομεσαίες. Η ΕΕ συχνά υπερηφανεύεται ότι «ορίζει τα παγκόσμια στάνταρ», αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ανάπτυξη, επενδύσεις και θέσεις εργασίας εντός Ευρώπης.

Τι λείπει από τη στρατηγική της ΕΕ

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο το ύψος των επιδοτήσεων ή των φορολογικών κινήτρων, αλλά η συνολική ποιότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος: ταχύτερες αδειοδοτήσεις, ενιαία αγορά κεφαλαίων, βαθύτερη ενοποίηση στην ενέργεια και τις υποδομές, καθώς και ουσιαστική επένδυση σε έρευνα και ανθρώπινο κεφάλαιο. Χωρίς αυτά, η Ευρώπη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν αμυντικό προστατευτισμό, αντί να διαμορφώσει μια επιθετική, εξωστρεφή στρατηγική ανάπτυξης.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική: η δυνατότητα προσέλκυσης επενδύσεων, η βιομηχανική ανασυγκρότηση και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού εξαρτώνται άμεσα από το αν η ΕΕ θα καταφέρει να αντιμετωπίσει τις παθογένειες που σήμερα υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητά της.

Σχόλιο SBCTV : Η Ευρώπη δεν πάσχει από έλλειψη διακηρύξεων αλλά από έλλειψη προτεραιοτήτων: αν δεν αποδεχθεί ότι χρειάζεται βαθιά θεσμική απλοποίηση, ενιαίες αγορές και στοχευμένη στήριξη λίγων κρίσιμων κλάδων, θα συνεχίσει να ρυθμίζει έναν κόσμο στον οποίο άλλοι παράγουν την ανάπτυξη.

#Ευρώπη #Ανταγωνιστικότητα #Οικονομία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.