Η έναρξη των έργων cold ironing στην Ηγουμενίτσα σηματοδοτεί την είσοδο των ελληνικών λιμανιών στην εποχή της ηλεκτροδότησης πλοίων από ξηράς, με ορίζοντα υποχρεωτικής εφαρμογής έως το 2030 σε 19 λιμένες. Ωστόσο, η χρηματοδότηση, οι τεχνικές απαιτήσεις και οι καθυστερήσεις στον χωροταξικό σχεδιασμό καθιστούν τον ευρωπαϊκό στόχο ιδιαίτερα φιλόδοξο.
Με τη συμβασιοποίηση των πρώτων έργων στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας από τον ΔΕΔΔΗΕ, η Ελλάδα κάνει την πρεμιέρα της στο cold ironing, δηλαδή στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας από το χερσαίο δίκτυο στα ελλιμενιζόμενα πλοία. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το ευρωπαϊκό πακέτο «Fit for 55», που επιβάλλει σε 19 ελληνικά λιμάνια να διαθέτουν σχετικές υποδομές έως το 2030, στο πλαίσιο της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% σε σχέση με το 1990.
Η ηλεκτροδότηση των πλοίων από ξηράς επιτρέπει την απενεργοποίηση των μηχανών τους κατά τον ελλιμενισμό, περιορίζοντας τις εκπομπές ρύπων, τη τοπική ατμοσφαιρική ρύπανση και τον θόρυβο, ιδιαίτερα σε αστικά λιμάνια. Παράλληλα, καθώς το ηλεκτρικό σύστημα ενσωματώνει ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο ΑΠΕ, οι ναυτιλιακές αποκτούν εργαλείο μείωσης του ανθρακικού τους αποτυπώματος και εξοικονόμησης καυσίμων.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο, επενδύσεις και προτεινόμενο μοντέλο
Όπως ανέφερε ο σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ σε θέματα Έρευνας και Καινοτομίας, Κωνσταντίνος Μαμάσης, όλα τα λιμάνια που υπάγονται στην υποχρέωση θα χρειαστεί να υποστηρίξουν πολύ υψηλές ηλεκτρικές ισχείς, κάτι που συνεπάγεται σημαντικές επενδύσεις. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι απαιτούμενες επενδύσεις σε λιμενικές εγκαταστάσεις για cold ironing εκτιμάται ότι θα φθάσουν περίπου τα 7,5 δισ. ευρώ έως το 2050.
Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει ακόμη ώριμη αγορά που να επιτρέπει την απόσβεση των κεφαλαιουχικών δαπανών μόνο από τα τιμολόγια ηλεκτροδότησης των πλοίων. Ως αποτέλεσμα, τα έργα σε Ευρώπη και Ελλάδα υλοποιούνται κυρίως ως συγχρηματοδοτούμενα. Ο Μαμάσης προειδοποίησε ότι είναι πιθανό να ανοίξει η συζήτηση για πρόστιμα σε λιμένες που δεν θα είναι έτοιμοι μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Ως πλέον πρόσφορο μοντέλο λειτουργίας προτείνεται οι υποδομές να κατασκευαστούν από τον ΔΕΔΔΗΕ, ο οποίος θα αναλάβει και ρόλο συντονιστή. Πάνω σε αυτές τις υποδομές θα μπορούν να δραστηριοποιούνται ελεύθερα οι προμηθευτές ρεύματος, προσφέροντας ενέργεια και τιμολογώντας τους τελικούς πελάτες, δηλαδή τις ναυτιλιακές.
Αδειοδοτήσεις, δίκτυα και το «στενό» 2030
Στο επίπεδο της εφαρμογής, τα εμπόδια είναι πολλαπλά. Ο Κωνσταντίνος Γκούντας από τον Οργανισμό Λιμένος Ηγουμενίτσας επισήμανε ότι μετά τη συμβασιοποίηση ακολουθεί η φάση των μελετών, με την αδειοδότηση να αποτελεί σημαντική πρόκληση, καθώς πρόκειται για έργα πρωτόγνωρα για την ελληνική πραγματικότητα. Τα έργα πρέπει να ενταχθούν στα master plan των λιμανιών, με προσδοκώμενη ζήτηση κυρίως από μεγάλα διεθνή πλοία.
Αντίθετα, στο λιμάνι του Βόλου, όπως ανέφερε ο Θωμάς Σπάχος, δεν υπάρχει ακόμη σχεδιασμός υλοποίησης, επειδή το master plan δεν έχει εγκριθεί με προεδρικό διάταγμα. Θα απαιτηθεί πρώτα νέο business plan και στη συνέχεια νέο master plan, διαδικασία που εκτιμάται ότι δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε λιγότερο από δύο χρόνια. Κρίσιμη παραμένει και η δυνατότητα του ΔΕΔΔΗΕ να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ισχύ, με τον ορίζοντα του 2030 να θεωρείται ήδη πολύ κοντινός.
Ο Κώστας Κοντογιάννης από τον Λιμένα Θεσσαλονίκης, όπου υπάρχει εγκεκριμένο master plan και ΣΜΠΕ, στάθηκε στις τεχνικές προκλήσεις επέκτασης των ηλεκτρικών δικτύων, αλλά και στο διαχρονικό «αγκάθι» της χρηματοδότησης. Υπενθύμισε ότι τα περισσότερα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης προχώρησαν χάρη σε ισχυρή κοινοτική στήριξη.
Ενεργειακές απαιτήσεις και ανάγκη ισχυρής χρηματοδότησης
Ο Στέφανος Δάλλας από την Protasis υπογράμμισε ότι οι ενεργειακές απαιτήσεις θα είναι τεράστιες, ειδικά καθώς από τους πρώτους χρήστες των υποδομών αναμένονται τα κρουαζιερόπλοια, με πολύ υψηλά φορτία. Επιπλέον, κάθε λιμάνι αντιμετωπίζει ιδιαίτερα χωροταξικά και υποδομικά προβλήματα, τα οποία θα απαιτήσουν σημαντικές αναβαθμίσεις και σύνθετες αδειοδοτικές διαδικασίες.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται η δημιουργία ειδικού χρηματοδοτικού εργαλείου. Σύμφωνα με τον Δάλλα, χωρίς επιχορηγήσεις που να υπερβαίνουν το 50% του κόστους, τα έργα cold ironing δύσκολα θα καταστούν βιώσιμα για τους φορείς διαχείρισης των λιμένων. Την ίδια στιγμή, αρκετοί από τους εμπλεκόμενους θεωρούν πρακτικά ανέφικτο να είναι όλες οι υποδομές έτοιμες έως το 2030, αφήνοντας ανοικτό το ερώτημα ποιος θα επωμιστεί τις συνέπειες σε περίπτωση καθυστέρησης.
Σχόλιο
: Η υπόθεση του cold ironing αναδεικνύει το κλασικό ελληνικό έλλειμμα: οι ευρωπαϊκές δεσμεύσεις τρέχουν ταχύτερα από τον χωροταξικό σχεδιασμό, την αδειοδότηση και τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Αν δεν «κουμπώσουν» άμεσα δίκτυα, master plan και στοχευμένη επιδότηση, ο κίνδυνος προστίμων και απώλειας ανταγωνιστικότητας για τα ελληνικά λιμάνια είναι απολύτως υπαρκτός.






