Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει να παραστεί αλλά να μην ταυτιστεί με την πρώτη συνεδρίαση του νέου Συμβουλίου Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ, στέλνοντας την Κροάτισσα επίτροπο Ντουμπράβκα Σούιτσα ως παρατηρήτρια. Την ίδια ώρα, επιστολή εννέα κρατών-μελών επαναφέρει στο προσκήνιο την ιδέα ευρωπαϊκού ταμείου για τη διασυνοριακή πρόσβαση σε άμβλωση, ενώ η Κομισιόν προωθεί αμφιλεγόμενη επιτάχυνση των εμπορικών συμφωνιών μέσω προτεραιότητας στην αγγλική γλώσσα.
Η συζήτηση για τη νέα ισορροπία δυνάμεων στις διατλαντικές σχέσεις αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο με την πρώτη συνεδρίαση του λεγόμενου «Board of Peace» του Ντόναλντ Τραμπ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να εκπροσωπηθεί από την αντιπρόεδρο και επίτροπο για τη Δημοκρατία και τη Δημογραφία, Ντουμπράβκα Σούιτσα, χωρίς όμως να «υπογράψει» πολιτικά την πρωτοβουλία. Η κίνηση αυτή φωτίζει τη στρατηγική των Βρυξελλών: διατήρηση δίαυλων με την Ουάσιγκτον, αλλά αποφυγή νομιμοποίησης μιας αμιγώς αμερικανικής πολιτικής πλατφόρμας.
Η προσεκτική στάση των Βρυξελλών απέναντι στον Τραμπ
Η επιλογή συμμετοχής με περιορισμένο πολιτικό βάρος δείχνει ότι η ΕΕ επιδιώκει να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις γύρω από το Συμβούλιο Ειρήνης, χωρίς να καταστεί συνδιαμορφωτής μιας ατζέντας που δεν ελέγχει. Η αποστολή της Σούιτσα, και όχι μιας πιο κεντρικής φυσιογνωμίας της Επιτροπής, λειτουργεί ως σήμα ότι οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν τη σημασία των συζητήσεων για την παγκόσμια ασφάλεια, αλλά κρατούν απόσταση ασφαλείας από τις πολιτικές προτεραιότητες του Τραμπ.
Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός να μην απομονωθεί από μια αμερικανική πρωτοβουλία που μπορεί να επηρεάσει κρίσιμα ζητήματα όπως η Μέση Ανατολή ή η Ουκρανία, αφετέρου να μη φανεί ότι ευθυγραμμίζεται άκριτα με μια ατζέντα που συχνά συγκρούεται με τις ευρωπαϊκές αξίες και τον πολυμερή χαρακτήρα της ΕΕ.
Ευρωπαϊκό ταμείο για άμβλωση και νέα σύγκρουση αξιών
Παράλληλα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εννέα κράτη-μέλη απέστειλαν επιστολή στην Κομισιόν ζητώντας να εξεταστεί η δημιουργία ευρωπαϊκού ταμείου που θα χρηματοδοτεί τη διασυνοριακή πρόσβαση σε άμβλωση. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα έθετε την Ένωση στο επίκεντρο μιας από τις πιο ευαίσθητες κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις, ιδίως σε χώρες με αυστηρούς περιορισμούς ή έντονη συντηρητική αντίδραση.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά και το πού σταματούν οι αρμοδιότητες των Βρυξελλών και πού ξεκινά η εθνική κυριαρχία σε θέματα ηθικής και υγείας. Η κίνηση των εννέα χωρών υποδηλώνει ότι ένα τμήμα της ΕΕ επιδιώκει πιο ενεργό ρόλο της Ένωσης στην προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμη κι αν αυτό πυροδοτήσει συγκρούσεις με κυβερνήσεις που αντιτίθενται στην άμβλωση.
Επιτάχυνση εμπορικών συμφωνιών με αγγλική «προτεραιότητα»
Τρίτο κρίσιμο μέτωπο είναι η πρόθεση της Επιτροπής να επιταχύνει την κύρωση εμπορικών συμφωνιών, επιτρέποντας την πολιτική έγκριση βάσει της αγγλικής εκδοχής των κειμένων, πριν ολοκληρωθούν όλες οι μεταφράσεις στις 24 επίσημες γλώσσες. Η πρακτική αυτή μπορεί να μειώσει σημαντικά τον χρόνο ολοκλήρωσης συμφωνιών, κάτι που ενδιαφέρει άμεσα τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τις εξαγωγικές οικονομίες.
Ωστόσο, εγείρει σοβαρά ζητήματα διαφάνειας, δημοκρατικής λογοδοσίας και γλωσσικής ισοτιμίας. Κοινοβούλια και κοινωνικοί εταίροι σε μικρότερες γλωσσικές κοινότητες μπορεί να βρεθούν να συζητούν κείμενα που δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στη γλώσσα τους, ενισχύοντας την αίσθηση θεσμικής απόστασης από τις Βρυξέλλες.
Σχόλιο
: Η τριπλή αυτή ατζέντα –σχέση με τον Τραμπ, άμβλωση, γλώσσες και εμπόριο– αποκαλύπτει μια ΕΕ που προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα γεωπολιτικός παίκτης, εγγυητής δικαιωμάτων και ευέλικτος εμπορικός εταίρος. Το ρίσκο είναι να υπονομευθεί η συνοχή της, αν οι θεσμικές ισορροπίες και ο σεβασμός στις εθνικές ευαισθησίες δεν ληφθούν σοβαρά υπόψη.






