Πέντε ευρωπαϊκές χώρες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Αλεξέι Ναβάλνι δολοφονήθηκε με επιμπατιδίνη, μια εξαιρετικά σπάνια και θανατηφόρα τοξίνη που προέρχεται από δηλητηριώδη βάτραχο της Νότιας Αμερικής. Η επιλογή ενός τόσο εξωτικού δηλητηρίου εγείρει ερωτήματα για το αν ο Ρώσος αντιπολιτευόμενος χρησιμοποιήθηκε ως «πειραματόζωο» σε νέο όπλο.
Δύο χρόνια μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αλεξέι Ναβάλνι σε αποικία καταναγκαστικής εργασίας στον Αρκτικό Κύκλο, η υπόθεση αποκτά νέα, ακόμη πιο σκοτεινή διάσταση. Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Σουηδία ανακοίνωσαν ότι η κοινή τους έρευνα κατέληξε πως ο κορυφαίος επικριτής του Βλαντίμιρ Πούτιν δηλητηριάστηκε με επιμπατιδίνη, μια εξαιρετικά ισχυρή νευροτοξίνη που παράγεται από τον νοτιοαμερικανικό «βάτραχο-βέλος».
Η νέα γενιά δηλητηρίων και το μήνυμα της Μόσχας
Η επιμπατιδίνη είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως ουσία περίπου 200 φορές πιο ισχυρή από τη μορφίνη. Προκαλεί μυϊκές συσπάσεις, παράλυση, σπασμούς, βραδυκαρδία, αναπνευστική ανεπάρκεια και τελικά θάνατο. Σύμφωνα με τη ρωσική ανεξάρτητη πλατφόρμα Meduza, τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν στην περίπτωση Ναβάλνι ταιριάζουν με το προφίλ δράσης της συγκεκριμένης τοξίνης.
Σε αντίθεση με τον νευροπαράγοντα Novichok –που είχε χρησιμοποιηθεί στην προηγούμενη απόπειρα δολοφονίας του Ναβάλνι το 2020 και στην υπόθεση Σκριπάλ το 2018– η επιμπατιδίνη είναι σχεδόν άγνωστη σε πραγματικά περιστατικά. Οι ειδικοί τονίζουν ότι απαιτούνται απειροελάχιστες ποσότητες για να είναι θανατηφόρα, γεγονός που καθιστά τον εντοπισμό της εξαιρετικά δύσκολο, ειδικά όταν οι αναλυτές δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τι ακριβώς αναζητούν.
Η χρήση ενός τόσο σπάνιου δηλητηρίου, ενώ ο Ναβάλνι βρισκόταν ήδη σε πλήρη ρωσικό έλεγχο και σε επιβαρυμένη υγεία, οδηγεί τους αναλυτές στην εκτίμηση ότι η Μόσχα επιδιώκει διπλό μήνυμα. Από τη μία, να υπενθυμίσει ότι διαθέτει ερευνητικά εργαστήρια που αναπτύσσουν ολοένα πιο «πρωτότυπα» και πολύπλοκα τοξικά όπλα. Από την άλλη, να στείλει ένα αποτρεπτικό σήμα προς κάθε αντίπαλο, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, για το μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει.
Ο Ναβάλνι ως «πειραματόζωο» και η διάσταση θεάτρου
Ακαδημαϊκοί στον χώρο των διεθνών σχέσεων και της ασφάλειας εκτιμούν ότι η επιλογή επιμπατιδίνης, ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε άλλο μέσο, παραπέμπει σε σκόπιμο πειραματισμό σε πραγματικές συνθήκες. Ορισμένοι μιλούν ανοιχτά για τον Ναβάλνι ως «πειραματόζωο» σε δοκιμή νέας κατηγορίας δηλητηρίου, με την κυνική λογική ότι «θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς» μέσα στο ρωσικό σωφρονιστικό σύστημα.
Η ουσία είναι γνωστή στην επιστήμη εδώ και δεκαετίες και έχει συνθεθεί εργαστηριακά, αρχικά ως υποψήφιο ισχυρό αναλγητικό. Όμως η ελάχιστη απόσταση μεταξύ θεραπευτικής και θανατηφόρας δόσης οδήγησε γρήγορα στην εγκατάλειψη των φαρμακευτικών εφαρμογών. Αντιθέτως, όπως σημειώνουν ειδικοί, η μετατροπή της σε όπλο δεν θεωρείται τεχνικά δύσκολη για ένα κράτος με ανεπτυγμένη στρατιωτική-βιολογική υποδομή.
Παράλληλα, η επιλογή ενός τόσο εξωτικού δηλητηρίου εντάσσεται, σύμφωνα με τους αναλυτές, σε μια λογική «θεατρικότητας». Οι στοχευμένες δηλητηριάσεις αντιφρονούντων από ρωσικές υπηρεσίες –από το πολώνιο στην υπόθεση Λιτβινένκο μέχρι το Novichok– λειτουργούν και ως παραστάσεις ισχύος. Η επιμπατιδίνη, άγνωστη στο ευρύ κοινό και δύσκολα ανιχνεύσιμη, επιτρέπει στο Κρεμλίνο να ισορροπεί ανάμεσα στον εκφοβισμό («μπορούμε να σας βρούμε και να σας σκοτώσουμε με οτιδήποτε») και στην άρνηση ευθύνης, ποντάροντας στο ενδεχόμενο να μη βγουν ποτέ στο φως όλες οι λεπτομέρειες.
Η Μόσχα απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες, κάνοντας λόγο για προκατειλημμένες και ατεκμηρίωτες επιθέσεις. Ωστόσο, η συσσώρευση περιστατικών δηλητηριάσεων επικριτών του καθεστώτος, με όλο και πιο εξεζητημένα μέσα, ενισχύει την εικόνα μιας Ρωσίας που επενδύει συστηματικά στα χημικά και ραδιολογικά «υπογραφικά» χτυπήματα ως εργαλείο εσωτερικού ελέγχου και διεθνούς εκφοβισμού.
Σχόλιο
: Η υπόθεση επιμπατιδίνης δείχνει ότι ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων περνά πλέον και από «βιοϋπογραφές» δολοφονιών υψηλού προφίλ. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν είναι απλώς ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και σκληρής ασφάλειας: η διάχυση τέτοιων τεχνολογιών δηλητηρίων καθιστά πιο θολά τα όρια ανάμεσα σε κρατική δολοφονία, τρομοκρατία και υβριδικό πόλεμο.






