Η συζήτηση στις ΗΠΑ για νέους, γενικευμένους δασμούς από τον Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο προσκήνιο το μέλλον των υφιστάμενων εμπορικών συμφωνιών. Για τις αγορές και τους εμπορικούς εταίρους, το ερώτημα είναι αν πρόκειται για ανατροπή της προηγούμενης αρχιτεκτονικής ή για κλιμάκωση της ίδιας στρατηγικής πίεσης.
Η δημόσια συζήτηση στις ΗΠΑ περιστρέφεται εκ νέου γύρω από την εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις τελευταίες απειλές για αυξημένους δασμούς σε παγκόσμια κλίμακα. Αν και το πλήρες κείμενο του σχεδίου δεν είναι προσβάσιμο, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: επιστροφή σε μια πιο επιθετική, μονομερή χρήση των δασμών ως εργαλείου πίεσης. Αυτό εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τη σταθερότητα και τη βιωσιμότητα των εμπορικών συμφωνιών που διαπραγματεύθηκε η προηγούμενη κυβέρνηση Τραμπ.
Πίεση πάνω στις υπάρχουσες εμπορικές συμφωνίες
Οι απειλές για νέους, οριζόντιους δασμούς λειτουργούν αποσταθεροποιητικά για κάθε διμερή ή πολυμερή συμφωνία που βασίζεται σε προβλέψιμους κανόνες. Ακόμη κι αν τυπικά δεν ακυρώνονται οι συμφωνίες, η πολιτική βούληση να επιβληθούν επιπλέον φραγμοί στο εμπόριο υπονομεύει την αξία τους για τους εταίρους των ΗΠΑ.
Για χώρες που είχαν δεχθεί δύσκολους συμβιβασμούς προκειμένου να κλείσουν εμπορικά πακέτα με την Ουάσιγκτον, η επανεμφάνιση της απειλής γενικευμένων δασμών στέλνει μήνυμα ότι καμία συμφωνία δεν είναι οριστική. Αυτό αυξάνει το «ασφάλιστρο πολιτικού ρίσκου» που ενσωματώνουν επιχειρήσεις και επενδυτές όταν σχεδιάζουν παραγωγή, εφοδιαστικές αλυσίδες ή άμεσες επενδύσεις με ορίζοντα δεκαετίας.
Παράλληλα, οι εταίροι των ΗΠΑ ενθαρρύνονται να ενισχύσουν εναλλακτικά δίκτυα εμπορίου, είτε περιφερειακά είτε μέσω συμφωνιών χωρίς αμερικανική συμμετοχή, ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από την αμερικανική αγορά. Αυτό δεν είναι άμεσο «σπάσιμο» των συμφωνιών, αλλά σταδιακή διάβρωση της κεντρικής θέσης των ΗΠΑ στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα.
Επιπτώσεις για αγορές, επιχειρήσεις και την Ευρώπη
Για τις διεθνείς αγορές, η συζήτηση περί νέων δασμών σημαίνει αυξημένη μεταβλητότητα, κυρίως σε κλάδους με έντονη έκθεση στο διασυνοριακό εμπόριο – βιομηχανία, αυτοκινητοβιομηχανία, τεχνολογία, αγροτικά προϊόντα. Οι επιχειρήσεις καλούνται να κοστολογήσουν όχι μόνο τους σημερινούς δασμούς, αλλά και το ενδεχόμενο αιφνίδιων πολιτικών παρεμβάσεων που μπορούν να ανατρέψουν επιχειρηματικά μοντέλα σε λίγους μήνες.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς διμερές με τις ΗΠΑ, αλλά αφορά συνολικά την αρχιτεκτονική του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Αν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως εργαλείο τακτικής, η ΕΕ θα χρειαστεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην άμυνα των δικών της βιομηχανιών και στη διατήρηση ενός όσο γίνεται πιο ανοικτού συστήματος εμπορίου.
Σε αυτό το περιβάλλον, ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις –από βιομηχανικά προϊόντα μέχρι αγροδιατροφικά– πρέπει να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, καθώς τυχόν νέοι αμερικανικοί δασμοί ή αντιδράσεις από την ΕΕ μπορούν να επηρεάσουν έμμεσα την ανταγωνιστικότητά τους, είτε μέσω κόστους είτε μέσω ανακατανομής ροών εμπορίου.
Σχόλιο
: Οι νέες δασμολογικές απειλές του Τραμπ δεν αναιρούν αυτομάτως τις υφιστάμενες εμπορικές συμφωνίες, αλλά τις αποδυναμώνουν πολιτικά και οικονομικά. Για τις επιχειρήσεις, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο το επίπεδο των δασμών, αλλά η θεσμική αβεβαιότητα: κανόνας ή διαρκής εξαίρεση; Όσο η εμπορική πολιτική εργαλειοποιείται για εσωτερική πολιτική κατανάλωση, τόσο οι εταίροι των ΗΠΑ θα αναζητούν εναλλακτικές, μειώνοντας σταδιακά την αμερικανική επιρροή στο παγκόσμιο εμπόριο.






