Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει μερική άρση ή εξαίρεση δασμών σε προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, καθώς η εκτίναξη του κόστους ζωής και η λαϊκή δυσαρέσκεια ροκανίζουν την πολιτική του επιρροή. Η κίνηση σηματοδοτεί στροφή από τη γενικευμένη δασμολογική επίθεση σε πιο στοχευμένα μέτρα με επίκληση της εθνικής ασφάλειας.
Σε φάση αναδίπλωσης φαίνεται να εισέρχεται η εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς σύμφωνα με τους Financial Times ο Λευκός Οίκος επανεξετάζει το εύρος των δασμών σε προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, με στόχο να εξαιρεθούν ορισμένες κατηγορίες και να παγώσει η περαιτέρω επέκταση των λιστών.
Η μεταστροφή έρχεται σε μια στιγμή που η κρίση ακρίβειας έχει πλήξει σοβαρά τα ποσοστά αποδοχής του Αμερικανού προέδρου, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, και ενισχύει την κριτική ότι οι δασμοί τελικά πληρώνονται από τους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Από τη γενικευμένη επιβολή δασμών σε στοχευμένες παρεμβάσεις
Ο Τραμπ είχε επιβάλει το περασμένο καλοκαίρι δασμούς έως και 50% στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, επεκτείνοντάς τους στη συνέχεια σε μια σειρά τελικών προϊόντων, όπως πλυντήρια ρούχων και φούρνους. Η στρατηγική αυτή εκτόξευσε τους συνολικούς αμερικανικούς δασμούς στο υψηλότερο επίπεδο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σύμφωνα με τρεις πηγές που επικαλούνται οι FT, η κυβέρνηση εξετάζει τώρα εξαιρέσεις για συγκεκριμένα προϊόντα, διακοπή της λογικής των συνεχών επεκτάσεων και στροφή σε πιο στοχευμένες έρευνες εθνικής ασφάλειας ανά προϊόν. Αξιωματούχοι του υπουργείου Εμπορίου φέρονται να αναγνωρίζουν ότι οι δασμοί έχουν αυξήσει αισθητά τις τιμές σε βασικά αγαθά, όπως τα κουτάκια τροφίμων και ποτών, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Η Fed της Νέας Υόρκης έχει ήδη εκτιμήσει ότι περίπου το 90% του κόστους των δασμών Τραμπ μετακυλίστηκε σε Αμερικανούς πολίτες και επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας τον ισχυρισμό του προέδρου ότι «οι ξένες εταιρείες πληρώνουν για τους δασμούς».
Πολιτικό κόστος, πληθωρισμός και εσωκομματικές αντιδράσεις
Η αναδίπλωση στους δασμούς συνδέεται άμεσα με το κλίμα στην αμερικανική κοινωνία. Πάνω από 70% των ενηλίκων αξιολογούν την οικονομία ως μέτρια ή κακή, ενώ το 52% θεωρεί ότι οι οικονομικές πολιτικές του Τραμπ έχουν επιδεινώσει την κατάσταση, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Pew Research Center.
Ο Λευκός Οίκος έχει ήδη κινηθεί πυροσβεστικά, εξαιρώντας δημοφιλή τρόφιμα από δασμούς ώστε να περιοριστεί η άνοδος των τιμών στα σούπερ μάρκετ. Παράλληλα, έχει κηρύξει εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, μετά τα αντίμετρα του Πεκίνου.
Την ίδια στιγμή, ο εμπορικός πόλεμος προκαλεί ρήγματα και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Μέλη του, μαζί με Δημοκρατικούς, ψήφισαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά των δασμών στον Καναδά, τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ, επιφέροντας πολιτικό πλήγμα στη στρατηγική Τραμπ. Ο πρόεδρος αναμένεται να ασκήσει βέτο, διατηρώντας τους δασμούς σε ισχύ, ωστόσο αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι βρίσκονται αντιμέτωποι με δύσκολες αναμετρήσεις στις πολιτείες τους, όπου οι μικρές επιχειρήσεις και οι καταναλωτές διαμαρτύρονται για το αυξημένο κόστος.
Η προσπάθεια χαλάρωσης των δασμών στα μέταλλα αποσκοπεί επίσης στο να απλοποιήσει ένα ολοένα και πιο πολύπλοκο σύστημα lobbying στην Ουάσινγκτον, το οποίο έχει διογκωθεί μετά την επιβολή των μέτρων. Η εξέλιξη υποδηλώνει ότι, παρά τη σκληρή ρητορική περί προστατευτισμού, η πραγματική πολιτική του Τραμπ αναγκάζεται να προσαρμοστεί στις κοινωνικές και οικονομικές αντοχές της αμερικανικής οικονομίας.
Σχόλιο
: Η μερική υπαναχώρηση στους δασμούς δείχνει το όριο του πολιτικού κόστους για τον προστατευτισμό: όταν οι επιπτώσεις γίνονται ορατές στο ράφι και στην κάλπη, ακόμη και οι πιο επιθετικές εμπορικές στρατηγικές εξαναγκάζονται σε ρεαλιστικές διορθώσεις, με πιθανές συνέπειες και για τις παγκόσμιες αλυσίδες μετάλλων, όπου συμμετέχουν ενεργά και ευρωπαϊκοί – άρα και ελληνικοί – παραγωγοί.






