Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά νέο «μεγάλο μπαζούκα» για να προστατεύσει την οικονομική και γεωπολιτική της κυριαρχία, την ώρα που οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τον παραδοσιακό ρόλο του εγγυητή ασφάλειας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σύγκρουση μοντέλων μεταξύ γαλλικής λογικής «Buy European» και της γερμανοϊταλικής έμφασης στην απορρύθμιση και τις εμπορικές συμφωνίες.
Η συζήτηση γύρω από τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτά κατεπείγοντα χαρακτήρα, καθώς η ήπειρος βρίσκεται σφηνωμένη ανάμεσα σε τρεις μεγάλες δυνάμεις: την Κίνα, με την πλημμυρίδα φθηνών προϊόντων, τις Ηνωμένες Πολιτείες, με ολοένα πιο συγκρουσιακή εμπορική πολιτική και στήριξη σε ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις, και τη Ρωσία, που συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοιχτά είναι αν η Ευρώπη μπορεί να «κρατήσει τα τείχη» μόνη της.
Το νέο «whatever it takes» για την Ευρώπη
Η σύνοδος των Ευρωπαίων ηγετών στο κάστρο Alden Biesen στο Βέλγιο είχε έντονα συμβολικό χαρακτήρα: πίσω από τα τείχη του πρώην αρχηγείου των Ιπποτών του Τευτονικού Τάγματος, επιχειρείται η χάραξη μιας νέας αρχιτεκτονικής ισχύος για την ΕΕ. Κεντρική αναφορά αποτελεί η έκκληση του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας και πρώην προέδρου της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, για ένα «μεγάλο μπαζούκα» μεταρρυθμίσεων και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.
Όταν ο Ντράγκι βρισκόταν στην ΕΚΤ, η φράση του «θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί» για τη διάσωση του ευρώ αρκούσε για να πείσει τις αγορές. Σήμερα, το διακύβευμα είναι ευρύτερο: δεν αφορά μόνο το κοινό νόμισμα, αλλά τη δυνατότητα της Ευρώπης να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της, να προστατεύει τις στρατηγικές της βιομηχανίες, να εξασφαλίζει την ενεργειακή της ασφάλεια και να αναπτύσσει αυτόνομες αμυντικές ικανότητες.
Ρήγμα Παρισιού – Βερολίνου – Ρώμης
Πίσω όμως από τις διακηρύξεις ενότητας, αναδεικνύεται ένα σαφές στρατηγικό ρήγμα. Η Γαλλία προωθεί μια εκδοχή στρατηγικής αυτονομίας βασισμένη σε πολιτικές τύπου «Buy European», δηλαδή στην προτεραιότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στις δημόσιες προμήθειες και στα μεγάλα βιομηχανικά προγράμματα. Το Παρίσι βλέπει την προστασία κρίσιμων κλάδων –από την άμυνα και την ενέργεια μέχρι τις τεχνολογίες αιχμής– ως προϋπόθεση επιβίωσης στην παγκόσμια κούρσα ισχύος.
Αντίθετα, ο άξονας Γερμανίας – Ιταλίας δείχνει να προκρίνει μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση: λιγότερη ρύθμιση, απλοποίηση πλαισίων για τις επιχειρήσεις και επιθετική σύναψη νέων εμπορικών συμφωνιών. Για το Βερολίνο και τη Ρώμη, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας περνά κυρίως μέσα από το άνοιγμα αγορών και όχι από την ενίσχυση εργαλείων βιομηχανικής πολιτικής που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν προστατευτικά.
Ασφάλεια, άμυνα και το κενό των ΗΠΑ
Η συζήτηση για την οικονομική κυριαρχία διασταυρώνεται άμεσα με το ζήτημα της άμυνας. Η απουσία του Αμερικανού υπουργού Άμυνας από κρίσιμη συνεδρίαση υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες ερμηνεύεται ως ακόμη ένα σήμα ότι η Ουάσινγκτον αποστασιοποιείται από τον ιστορικό ρόλο της ως ασπίδα της Ευρώπης. Την ίδια ώρα, η Ρωσία συνεχίζει την επίθεσή της στην Ουκρανία, ενώ οι δεσμεύσεις στρατιωτικής βοήθειας από τους δυτικούς συμμάχους μετρώνται πλέον με το σταγονόμετρο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ καλείται να αποφασίσει αν θα επενδύσει σε κοινά αμυντικά προγράμματα, σε ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης στον τομέα των εξοπλισμών και σε νέους μηχανισμούς χρηματοδότησης, ή αν θα συνεχίσει να βασίζεται σε κατακερματισμένες εθνικές πολιτικές και στην υπόθεση ότι η ομπρέλα των ΗΠΑ θα παραμείνει, παρά τα σημάδια κόπωσης.
Το ερώτημα που πλανάται είναι ποιος μπορεί σήμερα να εκφέρει ένα πειστικό ευρωπαϊκό «whatever it takes» και να το υποστηρίξει με πραγματικούς πόρους, θεσμικές αλλαγές και πολιτικό κεφάλαιο.
Σχόλιο
: Η Ευρώπη βρίσκεται σε κομβικό σταυροδρόμι: αν δεν γεφυρώσει γρήγορα το ρήγμα μεταξύ προστατευτισμού και ελευθέρου εμπορίου και αν δεν αποφασίσει να επενδύσει σοβαρά σε άμυνα, ενέργεια και βιομηχανία, ο κίνδυνος να μετατραπεί από παίκτη σε πεδίο ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων είναι ορατός – και τότε κανένα σύνθημα τύπου «whatever it takes» δεν θα αρκεί.






