Μπλοκ αμερικανών βουλευτών καλεί την Ταϊβάν να εγκρίνει πρόσθετο αμυντικό πακέτο 40 δισ. δολαρίων, την ώρα που Ταϊπέι υπογράφει εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ για δασμούς, ενέργεια και ημιαγωγούς. Η διπλή κίνηση αναδεικνύει την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Κίνα στο στρατιωτικό και τεχνολογικό πεδίο.
Η Ουάσινγκτον εντείνει την πίεση προς την Ταϊβάν να ενισχύσει θεαματικά την άμυνά της απέναντι στην Κίνα, ενώ παράλληλα θωρακίζει τους οικονομικούς και τεχνολογικούς δεσμούς με το νησί. Μια διακομματική ομάδα 37 αμερικανών βουλευτών απηύθυνε επιστολή προς το κοινοβούλιο της Ταϊβάν, ζητώντας την έγκριση ενός πρόσθετου αμυντικού προϋπολογισμού ύψους 40 δισ. δολαρίων (περίπου 33,7 δισ. ευρώ), ο οποίος έχει κολλήσει λόγω αντιδράσεων της αντιπολίτευσης.
Κορύφωση γεωπολιτικής πίεσης και διαφωνίες στο εσωτερικό
Ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε είχε ανακοινώσει το συμπληρωματικό αμυντικό πακέτο το 2025, με στόχο την επιτάχυνση αγορών οπλικών συστημάτων και την ενίσχυση της αποτροπής έναντι του Πεκίνου. Ωστόσο, το αντιπολιτευόμενο, πλειοψηφικό κοινοβούλιο δεν έχει εγκρίνει ακόμη το σχέδιο.
Στην επιστολή τους προς τον πρόεδρο της Βουλής Χαν Κουο-γιου και τους ηγέτες των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του εθνικιστικού Kuomintang (KMT) και του Taiwan People’s Party (TPP), οι αμερικανοί βουλευτές προειδοποιούν ότι «η απειλή που συνιστά η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας για την Ταϊβάν δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερη». Τονίζουν ότι ο Σι Τζινπίνγκ «επιστρατεύει κάθε στοιχείο της εθνικής ισχύος» της Κίνας για να αποκτήσει έλεγχο επί της Ταϊβάν και ζητούν σαφή αύξηση των αμυντικών δαπανών σε γραμμή με την πρόταση Λάι.
Η αντιπολίτευση έχει αντιπροτείνει μικρότερο πακέτο, που καλύπτει μόνο μέρος των προγραμματισμένων αγορών αμερικανικών όπλων. Το TPP, σε ανακοίνωσή του, αναγνώρισε μεν τις ανησυχίες των ΗΠΑ, αλλά υπογράμμισε ότι κάθε αίτημα δαπανών πρέπει να υπόκειται σε «δημοκρατικό έλεγχο» και δημοσιονομική υπευθυνότητα. Η σύγκρουση αυτή αντανακλά το δίλημμα της Ταϊβάν ανάμεσα στην ανάγκη ταχείας στρατιωτικής ενίσχυσης και στον φόβο υπερχρέωσης ή πρόκλησης περαιτέρω έντασης με το Πεκίνο.
Νέα εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Ταϊβάν με επίκεντρο ενέργεια και ημιαγωγούς
Παράλληλα με τη συζήτηση για τα όπλα, Ταϊπέι και Ουάσινγκτον υπέγραψαν νέα εμπορική συμφωνία, η οποία αποσκοπεί στη μείωση δασμών και στην εμβάθυνση της συνεργασίας σε υψηλή τεχνολογία. Ο πρόεδρος Λάι έκανε λόγο για «νέο κεφάλαιο στο εξωτερικό εμπόριο της Ταϊβάν», υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της συμφωνίας.
Βάσει της συμφωνίας, οι δασμοί των ΗΠΑ σε ταϊβανέζικα προϊόντα θα περιοριστούν έως το 15%, ενώ οι αμερικανοί εξαγωγείς αποκτούν προνομιακή πρόσβαση στη βιομηχανική και αγροτική αγορά της Ταϊβάν. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί η δέσμευση της Ταϊβάν να αγοράσει αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο και αργό πετρέλαιο αξίας 44,4 δισ. δολαρίων, ενισχύοντας ενεργειακά δεσμά και μειώνοντας την έκθεση σε άλλους προμηθευτές.
Ταυτόχρονα, τα ταϊβανέζικα ημιαγωγά και συναφή προϊόντα αποκτούν προτιμησιακή μεταχείριση στην αμερικανική αγορά. Ο Λάι τόνισε ότι η συμφωνία θα διασυνδέσει τη βιομηχανία ημιαγωγών και ΤΠΕ της Ταϊβάν με τον κλάδο τεχνητής νοημοσύνης των ΗΠΑ, εμβαθύνοντας έναν τεχνολογικό άξονα κρίσιμο για τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται ακόμη την έγκριση του κοινοβουλίου της Ταϊβάν, όπου τα ίδια πολιτικά ρήγματα που μπλοκάρουν τον αμυντικό προϋπολογισμό ενδέχεται να εμφανιστούν και πάλι.
Σχόλιο
: Η ταυτόχρονη πίεση για αμυντική κλιμάκωση και η υπογραφή μιας βαθιάς εμπορικής–τεχνολογικής συμφωνίας δείχνουν ότι η Ταϊβάν μετατρέπεται σε κεντρικό κόμβο της στρατηγικής των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα. Για τις αγορές και την παγκόσμια βιομηχανία chips, η σταθερότητα στο στενό της Ταϊβάν δεν είναι πλέον μόνο γεωπολιτικό, αλλά και σκληρά οικονομικό διακύβευμα.






